ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Σεπτέμβριος 2019. Συμπληρώθηκαν είκοσι συναπτά έτη από τη μέρα που αποφασίσαμε να σχολιάζουμε σε καθημερινή βάση τον κοινωνικό και πολιτικό μας βίο. Αυτός ο κύκλος έκλεισε. Δείτε εδώ το αποχαιρετιστήριο κείμενο.

Πάμε για άλλα; Ποιος ξέρει;

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 4 Ιουλίου 2019

190703 ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Μας «απασχόλησε»!

Ο Γιάννης Αντετοκούμπο έγινε το πρόσωπο των ημερών την προηγούμενη εβδομάδα, μέσω ειδήσεων και διαφημίσεων. Για να είμαστε ακριβείς, ειδήσεων που διαφημίζουν και διαφημίσεων που αποτελούν ειδήσεις.

Είναι περίπτωση ο Γιάννης. Μας αρέσει να τον αποκαλούμε έτσι για διάφορους λόγους και όχι μόνον επειδή το επίθετό του δεν… λέγεται με ευκολία. Κανείς, ας πούμε, δεν σκέφτηκε να πει τον Γκάλη… ο Νίκος.

Ούτε καν τον Τσιτσιπά… ο Στέφανος. Δεν χρειάζεται να αναλύσουμε τους λόγους που ο Γιάννης είναι… Γιάννης. Ξεκινούν από το γεγονός ότι υπάρχουν και τα αδέλφια του στον ίδιο χώρο και φτάνουν στο ότι τον θεωρούμε ακόμη παιδί (μας).

Στο μεταξύ υπάρχει μια μεγάλη αμηχανία για το γεγονός ότι δεν διαθέτει σχεδόν κανένα από τα χαρακτηριστικά της ελληνικής φυλής και όμως αισθάνεται και ΕΙΝΑΙ περισσότερο Έλληνας από οποιονδήποτε.

Όταν μιλάω για τα χαρακτηριστικά της ελληνικής φυλής δεν εννοώ καθόλου το χρώμα του δέρματος, τον τύπο των μαλλιών ή το σχήμα των χειλιών. Εννοώ κυρίως όλα εκείνα τα κουσούρια που κουβαλάμε και μας χαρακτηρίζουν.

Πόσους Έλληνες, για παράδειγμα, γνωρίζετε που, ενώ θα είχαν φτάσει στην κορυφή του κόσμου στον τομέα τους, θα παρέμεναν απλοί, καταδεκτικοί, συγχρόνως όμως γεμάτοι σοφία στα λόγια και τις πράξεις, όπως ο Γιάννης;

Δηλαδή δεν θα την ψώνιζαν, για να το πω στην καθομιλουμένη; Υπάρχουν και άλλοι, δεν λέω, κυρίως άνθρωποι που διακρίνονται στον χώρο της επιστήμης, που δεν έχει σχέση όμως με το σταρ σύστεμ, όπως η τέχνη ή ο αθλητισμός.

Κι εκείνοι όμως θα παρατηρήσετε ότι ζουν και δραστηριοποιούνται επί χρόνια στο εξωτερικό, έτσι ώστε να έχουν αποβάλει ένα μεγάλο μέρος από τα κόμπλεξ και τις ανασφάλειες που κουβαλάμε εμείς εδώ.

Τα χαρακτηριστικά όμως της φυλής (τα οποία δεν φέρει ο Γιάννης) δεν εξαντλούνται σ’ αυτά που είπαμε. Σκεφθείτε πόσους, ακόμη και άξιους, Έλληνες γνωρίζετε που να ξεκίνησαν από πολύ χαμηλά και να στοχεύουν στην κορυφή.

Ή που να έφτασαν σε ένα πολύ καλό επίπεδο, να απέκτησαν χρήμα και δόξα που ποτέ δεν είχαν ονειρευτεί, και να μην σταμάτησαν εκεί, απολαμβάνοντας όσα κατάφεραν, αλλά να συνέχισαν μέχρι το νούμερο ένα.

Πράγμα που απαιτεί περισσότερη και σκληρότερη δουλειά, διότι εκεί, στην κορυφή, ο συναγωνισμός είναι τέτοιος που, πολύ εύκολα, μπορείς να τα παρατήσεις και να επαναπαυτείς σε χαμηλότερες, πιο ξεκούραστες θέσεις.

Σκεφθείτε μόνο πόσοι σπουδαίοι μπασκετμπολίστες μας έφτασαν μέχρι το ΝΒΑ και γύρισαν πίσω, όχι γιατί δεν είχαν τα προσόντα ή το ταλέντο, αλλά επειδή δεν ήταν διατεθειμένοι να κάνουν τις θυσίες που απαιτούνταν.

Σου λέει μια χαρά στην Ελλαδίτσα, που έχει και το καλύτερο κλίμα, τις πιο όμορφες παραλίες και την περίφημη νυχτερινή ζωή, όπου, με πολύ λιγότερη προσπάθεια, θα είμαι στην κορυφή και θα κάνω τη ζωάρα μου.

Το άλλο πουλάκι:
Αυτό δεν έχει ο Γιάννης!

Τη δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία που κυριαρχεί στο τόπο μας, καθώς και τη λογική τής ήσσονος προσπάθειας, καθότι «η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη». Το «λούφα και παραλλαγή» δεν είναι μόνο τίτλος πετυχημένης ταινίας.

Είναι φιλοσοφία ζωής! Πετυχημένος θεωρείται εκείνος που κατάφερε να πιάσει την καλή χωρίς να προσπαθήσει. Διότι, άμα είναι με δουλειά, τι να το κάνεις. Δεν είναι τυχαίο ότι ο τζόγος ζει και βασιλεύει στη χώρα μας.

Θέλετε ένα άλλο παράδειγμα; Ας μιλήσουμε για την διαφήμιση που έγινε είδηση, όπως είπαμε στην αρχή. Εκείνη με την μπασκέτα στον Όλυμπο (όχι στην κορυφή) που, μόλις την είδαμε, είπαμε όλοι «είναι προϊόν μοντάζ».

Αφού είναι τόσο εύκολο σήμερα να δημιουργήσεις ψηφιακά μια τέτοια εικόνα, ούτε που πέρασε από τον νου μας ότι μπορεί κάποιος να μπήκε στη διαδικασία να το κάνει στην πραγματικότητα, όπως και έγινε.

Και μόνο το έγγραφο να δεις που συνέταξε η ενδιαφερόμενη εταιρεία και το απηύθυνε προς τον Φορές Διαχείρισης του Εθνικού Δρυμού Ολύμπου, καταλαβαίνεις πως δεν πρόκειται για συνηθισμένη ελληνική δουλειά.

Έτσι δόθηκε η άδεια για την εγκατάσταση και την παραμονή της μπασκέτας στο σημείο για 24 ώρες, προκειμένου να βιντεοσκοπηθεί και να μεταδοθεί το μήνυμα που ήθελε η διαφημιζόμενη, και μέσω του Γιάννη, εταιρεία.

Τι λέει το μήνυμα; «Η μοίρα μπορεί να σε ξεκινήσει από χαμηλά, τα όνειρα μπορούν να σε φτάσουν στην κορυφή». Σωστό, αν με τα όνειρα εννοούμε και την πολύ σκληρή δουλειά που απαιτείται για το κυνήγι τους.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Τι σχέση έχουν με τον Γιάννη;

Όλοι αυτοί που προσπάθησαν και προσπαθούν να εκμεταλλευτούν την επιτυχία του, ακόμη και για εκλογικούς λόγους (το είδαμε κι αυτό!) τι σχέση έχουν με τη διαδρομή που ακολούθησε και την πορεία που είχε ο Γιάννης;

Οι περισσότεροι έγιναν ό,τι έγιναν, όχι ακολουθώντας κάποιο όνειρο, όχι προσπαθώντας να ξεπεράσουν με πολλή και σκληρή δουλειά όποιο εμπόδιο στάθηκε στο δρόμο τους, αλλά, στην καλύτερη περίπτωση, χάρη σε κάποια εύνοια της τύχης.

Στη χειρότερη χρησιμοποιώντας διασυνδέσεις, γνωριμίες, πλάγια μέσα, προσωπική ή κομματική εύνοια, πουλώντας φύκια για μεταξωτές κορδέλες και πλασάροντας τον εαυτό τους σαν κάτι που ουδέποτε ήταν.

Αφήστε που, αν τους ρωτήσεις, ακόμη και τη στιγμή που επιδιώκουν μια φωτογραφία δίπλα στον Γιάννη, μπορεί να σου πουν ότι είναι… κατά της αριστείας! Κι ας αριστεύουν οι ίδιοι στην υποκρισία.
 Ένας Έλληνας αλλιώτικος από τους άλλους!

Δευτέρα 20 Μαΐου 2019

190520 ΥΠΕΡΒΑΛΛΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Το θέμα των ημερών.
                 
Το θέμα των ημερών ήταν… τα εξής δύο. Οι εκδηλώσεις μνήμης των Ποντίων και η 13η σύνταξη που πήραν οι δικαιούχοι. Τι κοινό μπορεί να έχουν αυτά τα τόσο διαφορετικά μεταξύ τους θέματα;

Εδώ σας θέλω! Εμείς διακρίναμε και στα δύο κάποια στοιχεία υπερβολής, τα οποία μπορεί να αιτιολογούνται, αλλά δεν δικαιολογούνται. Δηλαδή υπάρχουν εξηγήσεις και μάλιστα σοβαρές, αλλά αυτό δεν είναι δικαιολογία.

Θα μιλήσω πρώτα για τους Ποντίους και ας γίνω «κακός». Εξάλλου, δεν είμαι υποψήφιος να φροντίζω να τα έχω καλά με όλους, λέγοντας γενικόλογα και κρατώντας αυτό που πιθανώς να ενοχλήσει για μετά τις εκλογές.

Μη φαντάζεστε ότι θα πω τίποτε σπουδαίο, μια παρατήρηση θα κάνω. Η οποία λέει ότι το πλήθος και η ένταση των εκδηλώσεων μνήμης, πένθους, ακόμη και θρήνου, δεν αντικατοπτρίζει αναλογικά τα αισθήματά μας.

Για παράδειγμα, κάποιος που εκδηλώνεται πολύ πιο έντονα για τον χαμό ενός προσώπου δεν σημαίνει ότι πονά και πιο πολύ, ή ότι αυτό θα του λείψει περισσότερο από ότι σε άλλους που εκδηλώνουν πιο βουβά τα αισθήματά τους. 

Μπορώ να θυμάμαι, να τιμώ, ακόμη και να διεκδικώ χωρίς υπερβολές, χωρίς να μπαίνω σ’ αυτή την αμερικανόφερτη λογική ότι το περισσότερο και το μεγαλύτερο είναι υποχρεωτικά και πιο σημαντικό ή πιο ουσιώδες.

Διότι το μόνο στο οποίο μπορεί να οδηγήσει μια τέτοια συμπεριφορά είναι η ανόητη λογική των βραβείων Γκίνες, όπου όχι μόνο ο άλλος, αλλά και ο δικός μας θα προσπαθεί να μας ξεπεράσει σε μέγεθος.

Τα λέω αυτά με ειλικρινές ενδιαφέρον, αφού άκουσα παράπονα και από Ποντίους που κάθε άλλο παρά να αμφισβητήσει μπορεί κανείς τα γνήσια αισθήματά τους και το ανιδιοτελές δόσιμό τους στα ποντιακά ζητήματα.

Έλεγαν, λοιπόν, αυτοί οι φίλοι ότι, αν θέλουμε να είμαστε πιστοί στην παρακαταθήκη που μας άφησαν οι (κάθε λογής) πρόγονοί μας, τότε δεν πρέπει να χάνουμε το μέτρο, αυτό που κυριαρχούσε σε κάθε έκφραση της ζωής τους.

Διότι, αν κάτι σημαίνουν οι λέξεις θυμάμαι, τιμώ, σέβομαι, αυτό δεν μπορεί να είναι άλλο από το μένω πιστός στις αξίες και τα ιδεώδη, τα οποία, φυσικά, εντάσσω στη σύγχρονη πραγματικότητα και τον σημερινό τρόπο ζωής.

Το άλλο πουλάκι:
Σύνταξη ή επίδομα;

Αυτό ήταν το δεύτερο μεγάλο θέμα του σαββατοκύριακου και η κάθε πλευρά είχε τους λόγους της να υποστηρίξει το ένα ή το άλλο. Διότι, πέρα από το όνομα υπάρχει και η… χάρη, που είναι και η ουσία.

Η πλευρά της κυβέρνησης επιμένει να τη λέει «σύνταξη». Για δύο λόγους, οι οποίοι όμως έχουν έναν κοινό παρονομαστή. Ο πρώτος είναι ότι η σύνταξη (υποτίθεται ότι) έχει έναν μόνιμο χαρακτήρα.

Που σημαίνει ότι η συγκεκριμένη 13η δίνεται και θα δίνεται όσο η οικονομία το επιτρέπει. Και το επιτρέπει, διότι η κυβέρνηση κατάφερε…
Χώρια που τα οικονομικά είναι και «το δυνατό χαρτί του πρωθυπουργού».

Αν όμως το χαρακτηρίσεις επίδομα, τότε τα πράγματα μπερδεύονται. Διότι το επίδομα μπορεί να είναι κάτι που δίνεται εκτάκτως και όχι σε μόνιμη βάση. Αφήστε που χρειάζεται και ένας λόγος για να δοθεί.

Και ποιος μπορεί να είναι αυτός ο λόγος, αυτή η δικαιολογία, για ένα επίδομα που δίνεται παραμονές εκλογών; Είτε το σκέφτεσαι από μέσα σου, είτε το λες φωναχτά, ο λόγος δεν μπορεί να είναι άλλος από την εξαγορά ψήφων.

Αφού όμως κάτι τέτοιο είναι αδιανόητο για μια κυβέρνηση της Αριστεράς, που έχει δώσει αγώνες και αγώνες (η Αριστερά, όχι η κυβέρνηση) για τη δημοκρατία, ενάντια σε κάθε προσπάθεια νόθευσης της λαϊκής βούλησης, επομένως μιλάμε για σύνταξη.

Από την άλλη όμως, τι δέκατη τρίτη σύνταξη είναι αυτή που δίνεται Μάιο μήνα; Και, αφού είναι σύνταξη, σαν όλες τις άλλες δηλαδή, γιατί το ποσό που τελικά είδαν στους λογαριασμούς τους οι συνταξιούχοι ήταν τόσο μικρότερο;

Διότι υπάρχει και αυτή η διαφορά. Το επίδομα μπορεί να δίνεται με εισοδηματικά κριτήρια, να είναι δηλαδή μεγαλύτερο ή μικρότερο, ανάλογα με την γενική οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκεται εκείνος που θα το πάρει.

Όμως η σύνταξη εξαρτάται από άλλα πράγματα. Από το είδος της ασφάλισης, από τα χρόνια υπηρεσίας, από τις κρατήσεις που πλήρωνε ή δεν πλήρωνε ο καθένας. Δεν μπορεί να δίνεται με εισοδηματικά κριτήρια.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Επίδομα, επομένως;

Δεν έχει σημασία πώς θα το πεις. Η ουσία είναι μία και αυτή κάνει τη διαφορά. Διότι, στα τόσα χρόνια που παρακολουθώ εκλογικές αναμετρήσεις, έχω δει να «δίνονται» πολλά την τελευταία στιγμή.

Συνήθως ήταν με τη μορφή υποσχέσεων. Για αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις, για προσλήψεις ή μονιμοποιήσεις συμβασιούχων, για μειώσεις φόρων… Πρώτη φορά όμως βλέπω να δίνεται ζεστό χρήμα!

Είτε το πεις σύνταξη, είτε επίδομα, δεν παύει να είναι χρήμα που δίνεται «κας», λίγες μέρες πριν ανοίξουν οι κάλπες. Δεν είναι βέβαιο ότι θα ωφελήσει την κυβέρνηση, διότι πολλοί το εξέλαβαν ως κοροϊδία ή ωμή προσπάθεια εξαγοράς της ψήφου τους.

Μπορεί να φέρει και τα αντίθετα αποτελέσματα, αν κρίνουμε από τις αγανακτισμένες αντιδράσεις πολλών δικαιούχων. Όμως αυτό δεν έχει καμιά απολύτως σημασία. «Η κίνηση είναι που μετράει».

Πάντως εγώ -πείτε με ανόητο- ακόμη περιμένω ένα στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ, έστω και μικρομεσαίο, να βγει και να πει «ρε παιδιά, αν είναι να κερδίσουμε καναδυό μονάδες ή μερικούς δήμους με τέτοια τερτίπια…

Μοιράζοντας λεφτά, ή βλέποντας τον πρόεδρό μας να σφιχταγκαλιάζεται με τον Λυμπερόπουλο, καλύτερα να μένει. Καλύτερα αξιοπρεπής και ηττημένος, παρά ρεζίλης και νικητής».

Περιμένω, λέτε, μάταια;
 Υπερβολές που κάνουν κακό.

Δευτέρα 6 Μαΐου 2019

190506 ΕΚΡΗΚΤΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Χριστός Ανέστη, αδέλφια!
                 
Εδώ είμαστε, μετά από ξεκούραση μερικών ημερών, κατά τις οποίες υποτίθεται ότι «γεμίζουμε τις μπαταρίες», όπως λέει και μια καλή φίλη, για να μπορούμε να ανταπεξέλθουμε στη ρουτίνα και την καθημερινότητα.

Είναι όμως έτσι; Διότι μπορεί εμείς να «ξεκουραζόμαστε» (οι εορταστικές μέρες είναι από τις πιο κουραστικές, για τους περισσότερους) όμως η επικαιρότητα δεν περιμένει, τρέχει και μάλιστα με μεγάλες ταχύτητες.

Όταν, λοιπόν, έχεις ως χόμπι (ή διαστροφή, αν προτιμάτε) τον σχολιασμό της επικαιρότητας, οι μέρες αυτές που «απέχεις» δεν είναι και οι πιο ευχάριστες. Αισθάνεσαι κάπως σαν τη νοικοκυρά που βλέπει να ασιδέρωτα να υψώνονται σε μικρό λόφο.

Όταν έρχεται η στιγμή να στηθεί μπροστά στη σιδερώστρα, δεν ξέρει από πού να ξεκινήσει. Δεν μπορεί να αποφασίσει τι είναι το σημαντικό, ποιο προηγείται και ποιο έπεται, τι χρειάζεται «άμεσα» (δηλαδή αμέσως) και τι όχι.

Αρπάζει, λοιπόν, ό,τι βρεθεί μπροστά της και πιάνει δουλειά, έχοντας μόνον έναν στόχο. Πώς θα μειώσει τον όγκο των ασιδέρωτων ρούχων που υψώνεται προς το ταβάνι, απειλώντας να καταλάβει το σπίτι.

Ξέρω. Κάποιοι θα σκεφτούν ότι το παράδειγμα είναι ατυχές, αφού εμείς δεν έχουμε καμιά υποχρέωση να σιδερώσουμε -με συγχωρείτε- να σχολιάσουμε όλα όσα έγιναν τις μέρες που «τεμπελιάζαμε» αμέριμνοι.

Φοβάμαι πως αυτοί δεν πρόσεξαν ότι προηγουμένως μιλήσαμε για… διαστροφή. Ας μη χάνουμε, λοιπόν, άλλο χρόνο κι ας πιάσουμε κάτι στην τύχη: Σας απασχόλησε κι εσάς το θέμα της παράδοσης που… σκοτώνει;

Ξέρετε ποιας εννοώ. Εκείνης που θέλει να συνοδεύουμε τις στιγμές μεγάλης χαράς με κάτι που κάνει μπαμ. Και όσο πιο έντονο είναι αυτό το μπαμ, τόσο μεγαλύτερη υποτίθεται ότι είναι η χαρά μας.

Και τόσο πιο λεβέντες, πιο παλικάρια, είμαστε εμείς, που όχι μόνο δεν τρομάζουμε από τον έντονο κρότο, αλλά παίζουμε και όλα εκείνα που τον προκαλούν στα δάχτυλα. Μέχρι να συμβεί το κακό και τότε…

Τότε, υποτίθεται, ξανασκεφτόμαστε μήπως και δεν ήταν τόσο κατάλληλος ο τρόπος που επιλέξαμε για να δείξουμε τη χαρά και τη λεβεντιά μας. Μήπως αυτή είναι μια παράδοση που καλό θα ήταν να την ξαναεξετάσουμε.

Το άλλο πουλάκι:
Τη χαρά μας!

Πραγματικά, αν πιστεύεις, δεν πρέπει να υπάρχει για σένα μεγαλύτερη χαρά από το γεγονός της Αναστάσεως του Θεανθρώπου. Ο θάνατος τεθανάτωται! Ποια άλλη είδηση θα μπορούσε να είναι πιο χαρμόσυνη;

Αυτό σημαίνει ότι, πράγματι, η αναγγελία της θα δικαιολογούσε οποιαδήποτε ακραία εκδήλωση ενθουσιασμού! Ό,τι τρέλα και να έκανε κάποιος, σε όποια εξαλλοσύνη και να προέβαινε, θα ήταν δικαιολογημένος.

Υπ’ αυτή την έννοια, τίποτε δεν θα έπρεπε να θεωρείται ακραίο. Ούτε τα πυροτεχνήματα, ούτε τα βαρελότα, ούτε οι σαΐτες, ούτε οι μπαλωθιές. Ακόμη και όταν αυτά εμπεριέχουν, που εμπεριέχουν, κινδύνους.

Θέσαμε όμως έναν όρο, μια προϋπόθεση. Ότι αυτός που εκδηλώνει με τέτοιο ακραίο και εντυπωσιακό τρόπο τη χαρά του το κάνει επειδή είναι απολύτως πεπεισμένος για την Ανάσταση του Κυρίου και ό,τι αυτή σημαίνει για τους ανθρώπους.

Είναι; Φοβάμαι πως όχι. Οπότε εκείνο που απομένει από την «παράδοση» αυτή των εκρηκτικών εκδηλώσεων αναστάσιμης χαράς είναι μόνον το δεύτερο μέρος. Η επίδειξη της παλικαριάς, η επιβεβαίωση της λεβεντιάς.

Από το σημείο αυτό και πέρα το πράγμα αρχίζει να χαλάει. Διότι, όταν θέλεις να κρατήσεις ζωντανή μια παράδοση, δεν έχει κανένα απολύτως νόημα να προσπαθείς να την μεταφέρεις αναλλοίωτη στο παρόν.

Αυτός είναι ένας πολύ καλός τρόπος για να την… ταριχεύσεις, να την μουμιοποιήσεις και να την επιδεικνύεις σαν μουσειακό είδος που μπορεί να λέει κάτι για το παρελθόν, αλλά δεν σημαίνει τίποτε απολύτως για το σήμερα.

Είναι τυχαίο, λέτε, το γεγονός ότι όλα αυτά τα μπαρουτοκαπνισμένα παλικάρια προσπαθούν να συνδέσουν τις… πολύκροτες εκδηλώσεις χαράς με ιστορικά γεγονότα, κυρίως με ανάλογες «αντιστάσεις» επί τουρκοκρατίας;

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Η Ιστορία λέει κάτι για το τώρα.

Μια νεκρή παράδοση όμως, τίποτε απολύτως. Ακόμη κι αν δεχτούμε την προέλευση που προτείνουν οι «συνεχιστές», την ηρωική αντίσταση στους Τούρκους, δεν θα έπρεπε αυτή να έχει και ένα στοιχείο επικαιρότητας;

Τι διάλο αντίσταση γίνεται με τις ευλογίες της πολιτείας, υπό την περιφρούρηση της αστυνομίας, με τα κανάλια να προβάλλουν σε ζωντανή σύνδεση και το διαδίκτυο να «παίρνει φωτιά» από τουρίστες που ανεβάζουν εικόνες;

Το πράγμα θυμίζει αυτό που έλεγε ο παππούς μου πως, στο χωριό τους στη Θράκη, όταν ο παπάς έλεγε το «Χριστός Ανέστη», ακόμη και οι Τούρκοι «τζανταρμάδες», που ήταν επιφορτισμένοι με την τήρηση της τάξης, έβγαζαν τα πιστόλια και έριχναν στον αέρα.

Ποια θα ήταν πράξη (επίδειξης) τόλμης και παλικαριάς σήμερα; Δεν ξέρω, ας το σκεφτούν οι κατά τόπους «συνεχιστές». Σίγουρα όχι κάποια που θα έθετε σε κίνδυνο τις ζωές αθώων και ανυποψίαστων πολιτών.

Σε χώρες τις Ευρώπης αναπαριστούν ολόκληρες μάχες, όμως τα κανόνια ρίχνουν… αέρα κοπανιστό, δεν σκοτώνουν ούτε τραυματίζουν περαστικούς. Εμείς εδώ είμαστε της ζωντανής παράδοσης με νεκρούς θεατές.

Δεν μπορεί, κάποιος τρόπος θα υπάρχει ώστε να συνδυαστούν παράδοση και ασφάλεια. Εκτός κι αν θέλουμε μια… ολιστική προσέγγιση στην παράδοση, στην οποία ενυπάρχουν και τα πανέμορφα μοιρολόγια του λαού μας.

Να πούμε και του χρόνου;
 Αληθώς;

Τετάρτη 27 Μαρτίου 2019

190326 ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Εμπρός, πατριώτες!

Κάθε φορά που ακούω κάποιο σύνθημα με «πατριώτες», κουμπώνομαι. Το ξέρω, δεν φταίνε σε τίποτα οι ίδιοι˙ φταίει που η λέξη έχει φορτιστεί αρνητικά στη συνείδησή μας, μέσα από ένα σωρό λάθος χειρισμούς.

Φταίει επίσης το γεγονός ότι δεν είναι λίγοι εκείνοι που πράγματι προσπαθούν να εκμεταλλευτούν την αγάπη για την πατρίδα που τρέφουμε όλοι οι υπόλοιποι και να χτίσουν καριέρες πουλώντας (υπερ)πατριωτισμό.

Κάτι που είναι όχι μόνο ύπουλο, αλλά και πολύ επικίνδυνο. Διότι το να κρατάς μόνο για τον εαυτό σου το δικαίωμα να αγαπά την πατρίδα (σου), ενώ όλοι οι υπόλοιποι είναι «προδότες» και «ανθέλληνες», είναι καθαρά… αντιπατριωτικό.

Κατ’ αρχήν επειδή διχάζει. Και ό,τι διχάζει δεν μπορεί να είναι πατριωτικό. Ειδικά όταν οι χώρα περνά δύσκολες μέρες, τότε που χρειάζεται να δώσουμε όλοι ό,τι περισσότερο και καλύτερο μπορούμε.

Μήπως όμως πέφτουμε κι εμείς στην ίδια παγίδα;  Μήπως αυτοί που χαρακτηρίζουμε «υπερπατριώτες» είναι απλώς κάποιοι που αγαπούν την πατρίδα με έναν δικό τους τρόπο, πράγμα που πρέπει να τους το αναγνωρίσουμε;

Επειδή το θέμα είναι πράγματι μπερδεμένο, θα ανατρέξω σε μια παλαιότερη κουβέντα μας από την οποία θα δανειστώ μερικά σημεία. Ξεκινούσε με ένα καθόλου ρητορικό και πολύ ποιητικό ερώτημα: «Τι είναι η πατρίδα μας;

Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, έρχονται ερωτήματα αυτού του είδους και με σκανδαλίζουν.
Άλλους τους μπερδεύουν πιο περίπλοκα ερωτήματα, όπως το “τι γιορτάζουμε την 25η Μαρτίου” ή “πείτε μας έναν ήρωα του ‘21”.

Αυτά έχουν μεγάλη δυσκολία, διότι απαιτούν βαθιά γνώση της Ιστορίας και, στη δική μας περίπτωση, που η ιστορία μας είναι τόσο πλούσια, υπάρχει ο κίνδυνος να πιαστείς αδιάβαστος.

Πού να θυμάσαι σε κάθε περίπτωση ποιοι ήταν οι φίλοι και ποιοι οι εχθροί; Άλλοτε σύμμαχοι, άλλοτε αντίπαλοι, πότε πολεμώντας πλάι πλάι και πότε απέναντι, διάφοροι λαοί γίνονται εχθροί ή φίλοι, αναλόγως με το τι γιορτάζουμε κάθε φορά.

Θα μου πείτε, δεν είναι ανάγκη να τα θυμάσαι και όλα! Αν ξέρεις για τους Τούρκους, τους Γερμανούς και τους Ιταλούς, έχεις πιάσει τη βάση και περνάς το μάθημα.

Διότι, άμα πας να εμβαθύνεις στην ύλη και μπερδευτείς με κάτι Βαλκανικούς Πολέμους, με τον Πρώτο Πόλεμο και με τους συμμάχους του γίνονταν εχθροί σε κάθε φάση, δεν βγάζεις άκρη.

Έλα όμως που εμείς εδώ, στην εσχατιά της Ελλάδας, έχουμε πολύ περισσότερους λόγους για να είμαστε μπερδεμένοι. Γιατί; Διότι η επίσημη σχολική ιστορία μάς έχει πετάξει στα αζήτητα.

Διδασκόμαστε στα σχολεία για την “απελευθέρωση της πατρίδας από τον τουρκικό ζυγό”, όμως κανείς δεν μας λέει πως αυτό, για κάθε περιοχή της χώρας έχει άλλη χρονολογία. Πόσα χρόνια ήμασταν σκλαβωμένοι οι Μακεδόνες;

Διαβάζουμε στα βιβλία για τα “μαύρα χρόνια της γερμανικής Κατοχής” και ακούμε εδώ τους γονείς και τους παππούδες μας να θυμούνται μόνο Βουλγάρους. Αφήστε που οι κατοχές είναι πολύ περισσότερες!»

Το άλλο πουλάκι:
Αυτά πριν από εφτά χρόνια!

Από τότε είχαμε εντοπίσει τον κίνδυνο που κρύβει η… ιδιοκτησιακή αντίληψη του πατριωτισμού, εκείνη που δεν αναγνωρίζει το δικαίωμα σ’ αυτόν παρά σε όσους έχουν τις ίδιες αντιλήψεις με εμάς.

Η ιδέα στην οποία είχε καταλήξει εκείνη η κουβέντα ήταν να θέσουμε ξανά το ερώτημα σε διαφορετική βάση και τότε ίσως μπορέσουμε να ξεπεράσουμε τον κίνδυνο του νέου διχασμού που χτυπά την πόρτα μας:

«Τι είναι η πατρίδα μας; Αυτό είναι ένα “ανοιχτό ερώτημα”. Αφήνει τον ερωτώμενο ελεύθερο να εκφράσει την άποψή του και μπορείς να το θέτεις με την ευκαιρία κάθε εθνικής εορτής, χωρίς να υπάρχει ο κίνδυνος να εκθέσεις κανέναν.

Ούτε λίγο ούτε πολύ, ο καθένας μπορεί να απαντήσει κυριολεκτικά ό,τι θέλει, αφού, ακόμη κι αν ακολουθήσουμε τον “κανόνα” του ποιητή, θα καταλήξουμε στο… “όλα πατρίδα μας, κι αυτά κι εκείνα”. Οπότε…

Ωστόσο, το γεγονός ότι ακριβώς υπάρχουν τόσες πολλές πιθανές απαντήσεις και μάλιστα μπορούν να θεωρηθούν όλες σωστές, δεν σημαίνει ότι ο καθένας αποδέχεται δίπλα στη δική του, ισότιμα, και όλες τις άλλες εκδοχές.

Τελικά, όμως, τι είναι η πατρίδα μας; Θα ήταν λάθος να επιχειρήσει να δώσει κανείς μια σοβαρή απάντηση σε ένα ερώτημα που τίθεται… λανθασμένα. Διότι, απλούστατα, δεν υπάρχει πατρίδα ΜΑΣ!»

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Μπορούμε όμως να συμφωνήσουμε έστω σ’ αυτό;

«Ο καθένας έχει στο μυαλό του μια δική ΤΟΥ πατρίδα και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ισχύει ότι το όλον δεν ισούται με το άθροισμα των επιμέρους που το αποτελούν.

Παρόλο δηλαδή που ο καθένας σκέφτεται μια προσωπική ΤΟΥ πατρίδα, τελικά η πατρίδα μας μπορεί να είναι κάτι πολύ περισσότερο και πολύ διαφορετικό από αυτό που θα βρούμε, αν συγκεντρώσουμε όλες αυτές τις διαφορετικές απόψεις.

Το ερώτημα, λοιπόν, πρέπει να τεθεί ως εξής: Τι είναι η πατρίδα σου; Ή, καλύτερα, τι είναι η πατρίδα… ΜΟΥ, αφού ο καθένας πρέπει να το θέσει στον εαυτό του και να κρατήσει την απάντηση για προσωπική του χρήση.

Παραδόξως όμως, έχω την εντύπωση πως, αν το θέσουμε έτσι, τότε, χωρίς να το καταλάβουμε, ίσως κάπου συναντηθούμε, ίσως οι απαντήσεις που θα δώσουμε ο καθένας χωριστά στον εαυτό μας να έχουν έναν κοινό τόπο.

Και ίσως αυτή η συνισταμένη να είναι που πρέπει να ακολουθήσουμε αν θέλουμε να βγούμε σε κάποιο ξέφωτο. Λέτε να δοκιμάσουμε;»

Σκέψεις που ξανάρχονται, με αφορμή μια εθνική επέτειο, κυρίως όμως τις αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις που κατέφθασαν, για να μας βάλουν και πάλι στον πειρασμό και να μας «μετρήσουν».
 Ιδιόκτητος πατριωτισμός!

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2019

190313 ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Αγαπάς την Ελλάδα;

Απόδειξη! Θυμόσαστε τη διαφημιστική καμπάνια που παρουσιάστηκε από τηλεοράσεις και ραδιόφωνα στις αρχές της δεκαετίας του 1990; Το κορόιδο, που δεν ζητούσε αποδείξεις, τραβούσε κουπί και οι φοροφυγάδες στη βάρκα γελούσαν.

Αυτή ήταν η μία. Υπήρχε και άλλη στην οποία πρωταγωνιστούσε ο έξυπνος που δεν έκοβε αποδείξεις, ενώ οι άλλοι (φορολογούμενοι) έσπρωχναν το αυτοκίνητό του τη στιγμή που αυτός άραζε στο τιμόνι.

Αφελείς, με τα σημερινά δεδομένα, ωστόσο αρκετά προχωρημένες ως σύλληψη. Έπρεπε να δείξουν στους πολίτες ότι η συνεπής φοροδοτική συμπεριφορά είναι, σε τελική ανάλυση, πατριωτική στάση.

Προχωρημένες, διότι, ακόμη και σήμερα, έπειτα από τη μεγάλη περιπέτεια που γνωρίσαμε και την εμπειρία που αποκομίσαμε, το να ζητά (ή να κόβει) κανείς απόδειξη δεν θεωρείται πατριωτισμός αλλά ανοησία.

Ακόμη δεν έχει βρεθεί τρόπος να ελέγχονται οι επαγγελματίες εκείνοι που προτείνουν στον πελάτη να του αφαιρέσουν ένα μικρό ποσό από την αμοιβή τους, προκειμένου να μην τους ζητήσει απόδειξη.

Ακόμη δεν έχουμε καταλάβει πως, αν το θέμα αφεθεί στην καλή διάθεση του πελάτη ή στην ευσυνειδησία του επαγγελματία, δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ τίποτα. Οι κοινωνικές σχέσεις και η οικονομική συναλλαγή θα είναι πάντοτε εκεί.

Και, άλλοτε από ντροπή, λόγω γνωριμίας ή για να μην χαλάσουμε τις καλές μας σχέσεις, άλλοτε από συμφέρον, επειδή και οι δυο θα έχουν ένα μικρό μεν αλλά άμεσο κέρδος, τα χρήματα θα αλλάζουν χέρια χωρίς αποδείξεις.

Δεν είναι τυχαίο ότι, παρά τις προσπάθειες που έγιναν κατά καιρούς, και τα μέτρα που έλαβαν οι διάφορες κυβερνήσεις που πέρασαν από τον τόπο, το θέμα των αποδείξεων δεν έχει λυθεί ακόμη.

Κάποιος καχύποπτος θα έλεγε ότι δεν λύνεται επειδή κανείς δεν θέλει να λυθεί, επικαλούμενος μάλιστα αυτό που συμβαίνει σε άλλες χώρες, όπου η λήψη αυστηρών μέτρων μείωσε τις αντιστάσεις των επαγγελματιών.

Αυτό όμως είναι μια μεγάλη κουβέντα και δεν είναι επί του παρόντος. Εξάλλου, μπορεί σε εκείνες τις χώρες να μην έχουν άλλους τρόπους να αποδεικνύουν ότι αγαπάνε την πατρίδα τους. Ενώ εμείς…

Το άλλο πουλάκι:
Δόξα τω Θεώ!

Από παρελάσεις και εθνικές εορτές, μέχρι συλλαλητήρια και πολιτικές (αντι)συγκεντρώσεις διαθέτει το πατριωτικό ρεπερτόριό μας, αφήστε που μπορούμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να το παίξουμε ήρωες πραγματικοί.

Διαθέτουμε επίσης και το υπέρτατο όπλο της ψήφου μας, το οποίο με μεγάλη ευκολία το στρέφουμε εναντίον εκείνων που δεν τους θεωρούμε αρκετά πατριώτες. Δεν… πυροβολούμε πάντα, αλλά τουλάχιστον τους απειλούμε.

Δεν βλέπετε τι δείχνουν οι δημοσκοπήσεις στη βόρειο Ελλάδα, έπειτα από τη Συμφωνία των Πρεσπών; Δεν βλέπετε πώς υποδέχονται διάφοροι πατριώτες τα κυβερνητικά στελέχη που επισκέπτονται την περιοχή;

Ωστόσο, εκτός από αυτές τις «εκδηλώσεις πατριωτισμού», υπάρχουν και άλλοι δείκτες που θα μπορούσε κανείς να λάβει υπόψη του, αν θέλει να δει πραγματικά πόσο αγαπάμε τη χώρα μας.

Διάβαζα πρόσφατα για μια έρευνα που μιλούσε για τις ελληνικές επιχειρήσεις που υπάρχουν στη γειτονική Βουλγαρία, και ειδικότερα για τους τρόπους με τους οποίους αυτές στήνουν την έδρα τους εκεί.

Η έρευνα έγινε για λογαριασμό της εφημερίδας «Το Βήμα» και ανέδειξε πολλά ενδιαφέροντα και αστεία, αν επιτρέπεται να γελά κανείς με τέτοια θέματα, ζητήματα. Αναλύθηκαν στοιχεία για περισσότερες από 12.500 επιχειρήσεις!

Αυτά έδειξαν ότι οι Έλληνες έμποροι και επιχειρηματίες εξακολουθούν να λειτουργούν με τον δοκιμασμένο και πετυχημένο τρόπο με τον οποίο μεγαλούργησαν οικονομικά, από τον καιρό ακόμη της τουρκοκρατίας.

Τότε που δημιούργησαν ελληνικές παροικίες σε όλες τις μεγάλες πόλεις και τους εμπορικούς σταθμούς της Ευρώπης, έχοντας μάλιστα το μονοπώλιο σε πολλές δραστηριότητες, από τις οποίες αποκόμιζαν τεράστια κέρδη.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Των Ελλήνων οι κοινότητες...

Έτσι και τώρα, ο ένας πλάι στον άλλο. Η έρευνα για την οποία σας μιλήσαμε φανέρωσε εξήντα (αρ. 60) διευθύνσεις στις οποίες εδρεύουν περισσότερες από πέντε χιλιάδες (> 5.000) ελληνικές επιχειρήσεις!

Έξι από αυτές τις διευθύνσεις, σε Πετρίτσι, Σαντάνσκι και Σόφια, φιλοξενούν η καθεμιά από διακόσιες εταιρείες και πάνω. Και μιλάμε για κτήρια στα οποία με το ζόρι μπορούν να στεγαστούν καμιά δεκαριά γραφεία.

Τι μας λέει όλο αυτό το αστείο σκηνικό; Ότι στη Βουλγαρία, όπου το να στήσεις μια επιχείρηση είναι ζήτημα ωρών, έχουν βρει τον (φορολογικό) παράδεισό τους πολλοί έλληνες επιχειρηματίες.

«Το 2017, στο μικροσκόπιο της ΑΑΔΕ μπήκαν περίπου 70 επιχειρήσεις από τις οποίες περίπου το 70% είχε ιδρυθεί για να αποφύγουν το υψηλό φορολογικό συντελεστή της Ελλάδας, δηλώνοντας κέρδη μόνο στη Βουλγαρία».

Θυμίζουμε ότι εκεί φορολογούνται με 10% σε αντίθεση με τη χώρα μας, όπου ο αντίστοιχος συντελεστής είναι 29%. Επιπλέον οι επιστροφές φόρου πραγματοποιούνται κάθε τρίμηνο, ενώ ο φόρο μερισμάτων ανέρχεται στο 5%.

Εκεί, έτσι; Όπου, σύμφωνα με σχετικές διαφημίσεις, μπορεί κανείς να δημιουργήσει μια εταιρεία με 450 ευρώ, τα μίνιμουμ εταιρικά κεφάλαια που απαιτούνται είναι ένα (1) ευρώ, ενώ παρέχεται και δωρεάν διεύθυνση.

Καλός ο πατριωτισμός, δεν λέω, όμως το πράγμα σοβαρεύει όταν τον πληρώνει κανείς από την τσέπη του. Εξάλλου, το να έχεις μια εταιρεία στη Βουλγαρία δεν σε εμποδίζει να παίρνεις μέρος στα συλλαλητήρια για τη Μακεδονία!

Άλλο το ένα και άλλο το άλλο!
 Με απόδειξη ή χωρίς;

Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2019

190225 ΦΩΝΑΚΛΑΔΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
«Αυτοί μας εκπροσωπούν;»

Το ερώτημα του φίλου τριγύριζε στο μυαλό μου όλο το βράδυ του Σαββάτου. Όπως και τα λόγια τού άλλου: «Μου φώναζαν “παλιογουρούνι, θα σε κάνουμε σαπούνι”˙ χρόνια είχα να ακούσω κάτι τέτοιο».

Τους συνάντησα και τους δύο το βράδυ του Σαββάτου στη θεατρική παράσταση «ο ξεπεσμένος δερβίσης υπό την βασιλικήν δρυν» και, ανταλλάξαμε μερικές κουβέντες. Σκέφτηκα να σας μιλήσω για όσα μου είπανε.

Η Παρασκευή ήταν μια πολύ δύσκολη μέρα για μένα. Έχοντας μόνο μία ώρα ελεύθερο χρόνο, 7 με 8 το απόγευμα, σκέφτηκα να απολαύσω ένα καυτό κακάο και πετάχτηκα μέχρι την πλατεία, σε αγαπημένο στέκι.

Ξαφνικά, φωνές, ντουντούκες, «Μακεδονία ξακουστή», «ξυπνήστε, ρε», «όλοι στην πλατεία, για τη Μακεδονία», μου χάλασαν την ησυχία. Καθώς τέλειωνε και η ώρα μου σηκώθηκα να φύγω.

Τώρα ξέρω τι θα σκεφτούν κάποιοι. Εδώ πουλήθηκε κοτζάμ Μακεδονία, και αυτός λυπάται που δεν μπόρεσε να απολαύσει το κακάο του όπως ήθελε. Να σας πω όμως κι εγώ ότι μου τη δίνει αφάνταστα να μου φωνάζει ο άλλος «ξύπνα, ρε».

Ότι και καλά, εκείνος είναι ξύπνιος κι εγώ κοιμισμένος, ότι γνωρίζει πολύ καλύτερα από τον καθένα όχι μόνο ποια είναι τα προβλήματα, αλλά και πώς να διεκδικήσει τη λύση που αυτός έχει στο κεφάλι του.

Δεν λέω˙ μπορεί η δική του οπτική να είναι η σωστότερη. Αυτή όμως η νοοτροπία να θεωρείς τον εαυτό σου σαΐνι, ενώ όλοι οι άλλοι τρώνε κουτόχορτο, είναι από μόνη της επικίνδυνη. Τέλος πάντων…

Ήταν από εκεί και ο δρόμος μου, έτσι και πέρασα από τη συγκέντρωση. Το καλό είναι ότι εδώ είμαστε μικρή πόλη, γνωριζόμαστε μεταξύ μας, κι έτσι δεν χρειαζόμαστε κανένα Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων να μας πει τι συμβαίνει δίπλα μας.

Βλέποντας το μικρό (πολύ μικρό) πλήθος των συγκεντρωμένων αναρωτήθηκα ποιοι οργάνωσαν και πώς συντόνισαν αυτή τη διαμαρτυρία, και, κυρίως, πώς αναλαμβάνουν την ευθύνη να εκπροσωπήσουν τη μεγάλη πλειονότητα των πολιτών που διαφωνούν με τη Συμφωνία των Πρεσπών.

Εδώ συναντήθηκε η σκέψη μου με το ερώτημα του πρώτου φίλου, αν και εκείνος, όπως μου είπε, μιλούσε περισσότερο για το ποιόν κάποιων «πρωτεργατών» που είδε στους συγκεντρωμένους, τους οποίους γνωρίζει και προσωπικά.

Το άλλο πουλάκι:
«Αυτοί μας εκπροσωπούν;»

Την άλλη μέρα είδα κι εγώ στο διαδίκτυο βίντεο με τις φωνές έξω από το Επιμελητήριο και κατάλαβα ότι η όλη συγκέντρωση αποσκοπούσε στο κράξιμο του υπουργού Τσακαλώτου που μιλούσε εκεί.

Για να πούμε και το άλλο, ρε παιδιά, είναι θλιβερή εικόνα να έρχεται υπουργός εν ενεργεία στην πόλη και να μιλά σε μικρή, κλειστή αίθουσα, σε αυστηρά περιορισμένο αριθμό στελεχών και φίλων του κυβερνώντος κόμματος.

Αυτοί ούτε να ενημερωθούν χρειάζονται, ούτε να πειστούν για όσα θέλει να τους πει ο υπουργός. Αφήστε που θα είναι εκεί και όταν αυτός -όπως και άλλοι πολλοί πριν- πιθανόν να βρίσκεται κάπου αλλού.

Παρ’ όλα αυτά, στην ομιλία βρέθηκε («για το χατίρι μια παλιά αγάπης», που τραγούδησε και ο Μιχάλης Μενιδιάτης, αν και εγώ προτιμώ την ερμηνεία της Πίτσας Παπαδοπούλου) και ο δεύτερος φίλος για τον οποίο σας μίλησα.

Αυτός που άκουσε από απόσταση αναπνοής τα περί «γουρουνιού» και «σαπουνιού», κουβέντες που δικαιολογημένα ξύπνησαν μέσα του μνήμες από άλλες εποχές. Τα «άκουσα» κι εγώ από την ασφαλή απόσταση του διαδικτύου.

Αν μπει κανείς να διαβάσει τα σχόλια που συνοδεύουν τις αναρτήσεις για την (αντι)συγκέντρωση διαμαρτυρίας στη Δράμα, τον πιάνει απελπισία. Άνθρωποι τόσο ένθερμοι πατριώτες που είναι έτοιμοι…

Να κρεμάσουν τους προδότες που πούλησαν τη Μακεδονία. Και που κάποιοι υπόσχονται ότι θα το κάνουν, όταν πάψει να τους προστατεύει (τους προδότες, ντε) ο νόμος και τα ΜΑΤ. Όταν δεν θα μπορούν να κρύβονται…

Μέχρι τότε όμως, κρύβονται οι ίδιοι (οι πατριώτες, ντε) στην ανωνυμία τού διαδικτύου, ή σε εκείνη τού (μικρού) πλήθους, μέσα από το οποίο μπορούν να βρίζουν και να απειλούν άλλους πολίτες, επειδή πήγαν σε μια ομιλία.  

Αφήστε που οι περισσότεροι κατηγορούν τους πολιτικούς (τους προδότες, ντε) ότι δεν τολμούν να κυκλοφορήσουν χωρίς ισχυρή παρουσία της Αστυνομίας. Και το ερώτημα προκύπτει αβίαστα.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Δηλαδή, τι θα κάνετε, ρε παιδιά;

Έτσι και δεν υπήρχε η Αστυνομία έξω από το Επιμελητήριο για να σας σταματήσει, ως πού θα φτάνατε; Θα μπαίνατε μέσα και… τι; Θα λιντσάρατε τον ομιλητή και τους παρευρισκομένους;

Το ερώτημα, λοιπόν, επανέρχεται; Αυτοί οι άνθρωποι εκπροσωπούν το μέγα πλήθος των πολιτών που δεν συμφωνούν με τους χειρισμούς της κυβέρνησης στο «μακεδονικό»; Γι’ αυτό μας καλούν να «ξυπνήσουμε»;

Για να αρχίσουμε κι εμείς να φωνάζουμε και να απειλούμε συμπολίτες μας ότι «θα τους κάνουμε σαπούνι»; Για να βρίζουμε και να καταριόμαστε τους πολιτικούς έτσι ώστε «να μην τολμούν να περπατήσουν στο δρόμο»;

Λυπάμαι, αλλά εγώ δεν θα ακολουθήσω. Όπως δεν ακολούθησα και τους διαφόρων ειδών «αγανακτισμένους», όταν και μεταξύ εκείνων υπήρχαν κάποιοι που πολύ κακώς τους αποκαλούμε θερμοκέφαλους.

Και λυπάμαι που θα στενοχωρήσω τον καλό φίλο που μου έκανε τη σχετική παρατήρηση, αλλά θα το επαναλάβω. Εμείς τα λέγαμε και τότε. Τέτοιου είδους αντιδράσεις μόνο σε σκοτεινούς δρόμους μπορούν να μας οδηγήσουν.

Αυτοί όμως τότε μιλούσαν για «ιερή αγανάκτηση» και για «αιτιολογημένη βία».
Να τώρα…
 Τουλάχιστον… αφρόλουτρο!

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2019

190211 ΓΛΩΣΣΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Να ανησυχείτε!

Όταν ακούτε ότι υπάρχει «παγκόσμια μέρα» για τον «εορτασμό» κάποιου πράγματος, τότε να ξέρετε ότι κάτι δεν πάει καλά μ’ αυτό. Ότι, αν δεν κινδυνεύει άμεσα, τουλάχιστον βρίσκεται σε… σοβαρή κρίση.

Δείτε για παράδειγμα τις διάφορες παγκόσμιες ημέρες για περιβαλλοντικά ζητήματα, για ασθένειες, για ευπαθείς ομάδες, για προβλήματα που αξίζουν την προσοχή μας, όμως εμείς την έχουμε στραμμένη αλλού. 

Ναι, θα πει κάποιος, υπάρχουν όμως και παγκόσμιες ημέρες για το θέατρο, τη μουσική… Θα του απαντούσαμε ότι και αυτά δεν μπορούν να περηφανεύονται ότι διάγουν τις καλύτερες στιγμές της ιστορίας τους.

Σε κάθε περίπτωση, μια παγκόσμια ημέρα μάς λέει ότι χρειάζεται να σκύψουμε πάνω από το αντικείμενο εορτασμού και να δούμε τι ανάγκες έχει και πώς μπορούμε να βοηθήσουμε ώστε να γίνει καλύτερο.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, δεν αισθανθήκαμε και πολύ όμορφα όταν, ανοίγοντας τον υπολογιστή προχθές το Σάββατο, θυμηθήκαμε ότι γιορτάζεται η Διεθνής Ημέρα για την Ελληνική Γλώσσα.

Γιατί επιλέχθηκε η 9η Φεβρουαρίου; Διότι (πόσοι, άραγε χρήστες της ελληνικής γλώσσας το θυμόμαστε αυτό;) είναι η μέρα που πέθανε ο Διονύσιος Σολωμός, ο αποκαλούμενος και «εθνικός μας ποιητής».

Η καθιέρωση της ημέρας ελληνικής γλώσσας είναι, φαντάζομαι, μια καλή ευκαιρία να γνωρίσουν ακόμη περισσότεροι ότι ο Σολωμός δεν ονομάστηκε εθνικός ποιητής επειδή έγραψε τον «ύμνο προς την Ελευθερία».

Όπως ακριβώς και ο Νικόλαος Μάντζαρος δεν είναι ο εθνικός μας συνθέτης. (Αν υπάρχει κάποιος τέτοιος, θα έλεγα ότι μάλλον είναι ο Βασίλης Τσιτσλανης˙ άσχετο.) Ο Σολωμός θεωρείται εθνικός ποιητής για άλλους λόγους.

Ένας από αυτούς είναι η σχέση του με τη γλώσσα του λαού, την οποία οφείλει να χρησιμοποιεί και να καλλιεργεί ένας ποιητής, σε αντίθεση με εκείνη που χρησιμοποιούσαν οι «σοφολογιότατοι» της εποχής του.

Το άλλο πουλάκι:
Γι’ αυτό και η συγκεκριμένη ημέρα!

Η οποία, όμως, δεν είναι και τόσο παγκόσμια ή διεθνής, όσο λέει το όνομά της. Θα λέγαμε ότι τείνει προς τα εκεί, ότι το να γίνει μια τέτοια μέρα είναι ο ευγενής πόθος εκείνων που την εμπνεύστηκαν.

Συγκεκριμένα, η ημέρα αυτή… πήρε ΦΕΚ με κοινή απόφαση των υπουργών Εσωτερικών, Εξωτερικών και Παιδείας, μόλις στις 24 Απριλίου του 2017. Μιλάμε, δηλαδή, για πολύ πρόσφατη υπόθεση.

Είναι η δεύτερη χρονιά φέτος που τη γιορτάζουμε και γι’ αυτό ίσως δεν έχει λάβει ακόμη την αίγλη που θα περίμενε κάποιος. Αφήστε που εκκρεμεί η αναγνώρισή της από τους διεθνείς οργανισμούς.

Διότι, μπορεί εμείς να την ονομάσαμε «διεθνή» ημέρα, αυτό όμως, όπως καταλαβαίνετε, δεν αρκεί ώστε να αναγνωριστεί ως τέτοια. Θα πρέπει να το πει και κανένας ΟΗΕ και καμιά ΟΥΝΕΣΚΟ, κάτι πιο… παγκόσμιο τέλος πάντων.

Τη δύσκολη δουλειά να «ψήσει» αυτούς τους οργανισμούς ανέλαβε, σύμφωνα με την απόφαση που αναφέραμε πριν, το υπουργείο Εξωτερικών. Και, αν κρίνουμε από άλλες πρόσφατες επιτυχίες του…

Αξίζει μάλιστα εδώ, για να καταλάβουμε πόσο είναι το πραγματικό ενδιαφέρον των ελληνικών φορέων για τη γλώσσα μας, να πούμε ότι η πρωτοβουλία για την καθιέρωση μιας τέτοιας ημέρας δεν είναι… ελληνική.

Δηλαδή ελληνική είναι, όχι όμως ελλαδική. Προέρχεται από την Ομοσπονδία Ελληνικών Κοινοτήτων της Ιταλίας, οι οποίοι είχαν την ιδέα και υπέβαλαν την πρόταση για την ημέρα αυτή. Ύστερα ανέλαβαν οι δικοί μας.

Όπως όμως είπαμε στην αρχή, το φαινόμενο είναι ανησυχητικό, αφού η καθιέρωση της ημέρας για την ελληνική γλώσσα το μόνο που κάνει είναι να επισημοποιεί την άποψη ότι αυτή κινδυνεύει.

Προσέξτε! Μακριά από εμάς απόψεις τού τύπου «η γλώσσα μας δεν χρησιμοποιείται όπως παλιά και δέχεται συνεχώς νέους όρους και επιδράσεις από την αγγλική (αμερικάνικη), άρα κινδυνεύει να χαθεί».

Εμείς πιστεύουμε ότι ο γλώσσα μας, όντας ένας ζωντανός οργανισμός, κακοποιείται και υποφέρει από εμάς τους χρήστες της. Γιατί; Κυρίως διότι δεν μας ενδιαφέρει να τη χρησιμοποιήσουμε σωστά.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Φάνηκε η γύμνια μας!

Όσο οι άνθρωποι δεν γράφαμε, αλλά επικοινωνούσαμε κυρίως -αν όχι αποκλειστικά- προφορικά, δεν ήταν εμφανές το πόσο λάθος χρησιμοποιούμε τη γλώσσα μας. Από τη στιγμή που πιάσαμε το πληκτρολόγιο…

Διότι, συν τοις άλλοις, τα γραπτά όχι απλώς μένουν, αλλά μπορούν να μεταφέρονται αυτούσια μέσω των κοινοποιήσεων. Έτσι τα εκφραστικά, τα συντακτικά και τα ορθογραφικά μας λάθη κάνουν τον γύρο του διαδικτύου.

Το πιο ανησυχητικό όμως είναι ότι, για την συντριπτική πλειονότητα των χρηστών της γλώσσας, η εικόνα ενός κειμένου τους δεν τους ενδιαφέρει καθόλου. Διότι, άλλο να κάνεις λάθη –όλοι κάνουμε- και άλλο να… καμαρώνεις γι’ αυτά.

Θυμάμαι που μας έλεγαν οι δάσκαλοι στο Σχολείο να μάθουμε καλή ορθογραφία, διότι, αν θα χρειαστεί να γράψουμε κάτι, να μην ντρεπόμαστε για τα λάθη μας. Ε, εμείς κρατήσαμε μόνο αυτό το τελευταίο.

Και όχι μόνον δεν ντρεπόμαστε, αλλά γιορτάζουμε και τη Διεθνή Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας, χωρίς να σκεφτούμε ότι ένας τέτοιος εορτασμός θα απαιτούσε, πρωτίστως, το ενδιαφέρον μας για όσο το δυνατόν πιο σωστή χρήση της.

Κατά τα άλλα, καμαρώνουμε που η ελληνική γλώσσα, κατά τον καθηγητή Μπαμπινιώτη «μιλιέται αδιάλειπτα εδώ και 40 αιώνες, ενώ επί 28 αιώνες γράφεται με την ίδια γραφή και το ίδιο ελληνικό αλφάβητο και επί 24 αιώνες γράφεται με την ίδια ορθογραφία».

Ποια ορθογραφία, κύριε καθηγητά;
Άλλη μια μέρα δίχως σκοπό!