ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Σεπτέμβριος 2019. Συμπληρώθηκαν είκοσι συναπτά έτη από τη μέρα που αποφασίσαμε να σχολιάζουμε σε καθημερινή βάση τον κοινωνικό και πολιτικό μας βίο. Αυτός ο κύκλος έκλεισε. Δείτε εδώ το αποχαιρετιστήριο κείμενο.

Πάμε για άλλα; Ποιος ξέρει;

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΡΑΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΡΑΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 10 Ιουλίου 2019

190709 ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΤΗΡΙΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Καλό καλοκαίρι!

Αυτό ήταν το μήνυμα που λάβαμε εμείς από την κάλπη. Κατά τα άλλα; Δεν θυμόμαστε άλλη εκλογική αναμέτρηση που να ήταν όλοι ευχαριστημένοι, δηλαδή νικητές. Όλοι εκείνοι που μπήκαν στη Βουλή, εννοείται.

Διότι όσοι έμειναν απ’ έξω έχουν λόγους να θεωρούν πως τους αδίκησε το εκλογικό σώμα –και το εκλογικό σύστημα, φυσικά. Και θα ήθελα, στο σημείο αυτό, να κάνω μια υπενθύμιση, με βάση κάτι που παρατήρησα τη βραδιά των αποτελεσμάτων.

Όλοι, μα όλοι, πανηγύρισαν –και καλά έκαναν- το γεγονός ότι η Χρυσή Αυγή έμεινε εκτός κοινοβουλίου. Δεν άκουσα κανέναν να τονίζει ότι αυτό οφείλεται (εκτός από το ποσοστό που έλαβε) και στο ότι δεν ισχύει (ακόμη) η απλή αναλογική.

Ας το σκεφτούν σοβαρά, όταν και αν θα ξανασυζητηθεί ο εκλογικός νόμος. Διότι είναι και κάποιου τύπου υποκρισία να λες ότι θέλεις και το ένα και το άλλο. Και απλή αναλογική και τη Χρυσή Αυγή εκτός.

Σκεφθείτε λίγο πώς θα ήταν ο χάρτης των εδρών, αν είχαμε τώρα απλή αναλογική. Δεν είναι δύσκολο. Πολύ χοντρικά, πάρτε το ποσοστό τού καθενός και πολλαπλασιάστε το με το 3 για να δείτε πόσους βουλευτές θα έβγαζε.

Η Νέα Δημοκρατία θα είχε 120 έδρες, ο ΣΥΡΙΖΑ 94, το ΚΙΝΑΛ 27 και τα άλλα κόμματα που μπήκαν στη βουλή θα έπαιρναν όσες πήραν και τώρα. Οι υπόλοιπες έδρες θα πήγαιναν στα κόμματα που έμειναν εκτός.

Θα έμπαιναν δηλαδή στη βουλή άλλα έξι κόμματα, με πρώτη και καλύτερη τη Χρυσή Αυγή, τα οποία θα είχαν από έναν μέχρι εννέα βουλευτές. Και άντε μετά να βγάλεις άκρη με όλους αυτούς, για να κυβερνηθεί ο τόπος.

Και μην μου πείτε για την «κουλτούρα συνεργασίας» που θα καλλιεργούνταν με αυτόν τον τρόπο, διότι την είδαμε την κουλτούρα αυτή στην προηγούμενη βουλή και θα την απολαύσουμε σε όλο της το μεγαλείο στους Δήμους.

Παίρνουμε, λοιπόν, το μήνυμά μας και την κάνουμε για πιο θερινούς ρυθμούς, με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό για τον καθένα. Για εμάς σημαίνει φυγή από την καθημερινότητα, αλλαγή παραστάσεων και ενδιαφερόντων.

Το άλλο πουλάκι:
Όλοι νικητές!

Ναι, γιατί ο καθένας έβαλε τον πήχη σε διαφορετικό ύψος, ανάλογα με τα προσόντα και τις δυνατότητές του. Πώς είναι οι μαθητές που όλοι γράφουν καλά και περνούν στο τέλος σε κάποιο πανεπιστήμιο;

Οι μόνοι που «αποτυγχάνουν» είναι όσοι έχουν θέσει πολύ υψηλούς στόχους και δεν καταφέρνουν να τους φτάσουν. Όμως οι πολιτικοί δεν είναι μαθητές Λυκείου, ξέρουν πώς να μην διαψεύδονται.

Αποτυγχάνουν επίσης και κάτι τελείως χαβαλέδες, οι οποίοι κατεβαίνουν στις εξετάσεις και στις εκλογές από διαστροφή, για να ταλαιπωρούνται οι ίδιοι και να ταλαιπωρούν τους αξιολογητές, εκείνους που θα τους κρίνουν.

Ας τους αφήσουμε όμως όλους αυτούς και ας έρθουμε στο κυρίως σώμα των ψηφοφόρων, οι οποίοι, κατά την άποψή μας, ήταν χωρισμένοι σε δυο μεγάλες ομάδες. Που είχαν, όπως θα δείτε, έναν παρόμοιο τρόπο σκέψης.

Οι ψηφοφόροι αυτοί, είτε από τη μια πλευρά, είτε από την άλλη, βρέθηκαν σε πολύ δύσκολη θέση, αφού πήγαν στις κάλπες με αρνητική διάθεση και με μισή καρδιά. Εκεί έκαναν ό,τι τους φώτισε ο Θεός.

Ο κύριος όγκος αυτών των ψηφοφόρων ήθελε μια «πολιτική αλλαγή». Ήθελε, δηλαδή να πάμε σε έναν διαφορετικό τρόπο από αυτόν με τον οποίο κυβερνήθηκε η χώρα τα τελευταία τέσσερα (και μισό) χρόνια.

Από το σημείο αυτό όμως άρχιζαν και τα δύσκολα. Διότι υπήρχε, ας πούμε μια ομάδα που έλεγε «θέλω να φύγει ο ΣΥΡΙΖΑ, θέλω να μειωθεί η εκλογική του δύναμη, αλλά εγώ δεξιά δεν ψηφίζω με τίποτα».

Τι εναλλακτικές διεξόδους είχαν και πόσοι τις ακολούθησαν; Το δείχνει το εκλογικό αποτέλεσμα και θα το δείξουν και οι ποιοτικές αναλύσεις που θα ακολουθήσουν. Υπήρχε όμως και μια δεύτερη ομάδα.

Αυτή ήταν πιο αποφασισμένοι: «Προκειμένου να φύγει ο ΣΥΡΙΖΑ, ψηφίζω και δεξιά, πράγμα που δεν έκανα ποτέ στη ζωή μου». Φαίνεται πως δεν ήταν λίγοι που αποφάσισαν και έκαναν το βήμα.

Βεβαίως, για να διευκολυνθεί η μετάβαση (το τρανζίσιον, που λένε και στον αθλητισμό) προσπάθησαν να πείσουν τον εαυτό τους πως αυτή η δεξιά είναι άλλη, της «λογικής», της «κανονικότητας», ή πως δεν υφίσταται πλέον το σχήμα αριστερά δεξιά.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Υπήρξαν, βέβαια, και οι άλλοι.

Εκείνοι που σκέφτηκαν «μπορεί να μην μου καλοαρέσει ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά, προκειμένου να μην έρθει η δεξιά, θα κλείσω τα μάτια (και τα αφτιά, και τη μύτη…) και θα τον ψηφίσω». Αυτοί μάλλον την έψαξαν και λίγο διαφορετικά.

Προσπάθησαν να βρουν «διαφορετικές φωνές» μέσα στα ψηφοδέλτια του ΣΥΡΙΖΑ και να τις επιλέξουν (αλλά και να τις στηρίξουν προεκλογικά), έτσι ώστε να δώσουν καλύτερα το μήνυμα που ήθελαν.

Δεν ήταν καθόλου κακή σκέψη. Φαντάζομαι πως μέσα από μια τέτοια διαδικασία εξελέγη και ο «δικός μας» Θεόφιλος Ξανθόπουλος. Ναι, «δικός μας». Σκεφθείτε μόνο ότι του είχαμε παραχωρήσει τη θέση μας στην τελευταία σελίδα των ΧΡΟΝΙΚΩΝ.

Αστειεύομαι. Πάντως είναι γεγονός ότι υποψήφιοι όπως ο Θεόφιλος, όχι μόνο συγκράτησαν ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ που διαφορετικά θα αναζητούσαν αλλού την τύχη τους, αλλά έφεραν στην κάλπη του και νέους. Του ευχόμαστε τα καλύτερα.

Και μ’ αυτές τις σκέψεις σάς αποχαιρετούμε, αφού κάπου εδώ ολοκληρώθηκε η εικοστή, ναι η εικοστή, περίοδος που ήμασταν καθημερινά μαζί, στα εύκολα και στα δύσκολα.

Κάτι τελειώνει, κάτι άλλο ξεκινά, ποιος ξέρει τι θα μας φέρει αυτό το όμορφο παραμύθι που λέγεται (πολιτική) Ζωή!
 Πάμε για άλλα!

Σάββατο 6 Ιουλίου 2019

190705 ΤΕΛΕΙΩΤΙΚΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Σαν σήμερα…

Είναι κάπως άτυχος ο ΣΥΡΙΖΑ, διότι οι εκλογές της Κυριακής συμπίπτουν χρονικά με τα δραματικά γεγονότα αυτών των ημερών το 2015, όταν η περήφανη εξάμηνη διαπραγμάτευση κατάληγε στο δημοψήφισμα.

Με το κλείσιμο των τραπεζών να προηγείται, το ΟΧΙ να κυριαρχεί, τους οπαδούς του να στήνουν χορούς στο Σύνταγμα, αλλά αμέσως μετά τον Γιάνη Βαρουφάκη να αντικαθίσταται από τον Ευκλείδη Τσακαλώτο και η ρότα να αλλάζει.

Ο Αλέξης Τσίπρας να παίρνει παραμάσχαλα το ΟΧΙ, για να το πηγαίνει στις Βρυξέλες από όπου επιστρέφει με ένα ΝΑΙ (σε όλα) και έναν επιχείλιο έρπητα, γεγονότα που θα κάνουν τη σύζυγό του να κλαίει, έκτοτε, τέτοιες μέρες.

Όπως και να το κάνουμε, δεν είναι και οι ιδανικότερες μέρες για ένα κόμμα να πηγαίνει σε εκλογές, όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός διάλεξε την ημερομηνία, οπότε δεν μπορεί να παραπονιέται ότι του έφταιξε κάποιος.

Ωστόσο θα ήταν άδικο, αν στη σκέψη των ψηφοφόρων κυριαρχούσαν τα γεγονότα εκείνων των ημερών και με βάση τα συναισθήματα που θα τους προκαλούσαν θα πήγαιναν να ρίξουν την ψήφο τους.

Διότι έτσι, και οι οπαδοί του ΝΑΙ, που αισθάνθηκαν ότι σύρθηκαν σε ένα δημοψήφισμα χωρίς νόημα, και εκείνοι του ΟΧΙ, που ένιωσαν ότι προδόθηκαν από την τελική έκβαση, θα είχαν λόγους να καταψηφίσουν τον Αλέξη Τσίπρα.

Όμως στις εκλογές δεν πρέπει να πηγαίνουμε με το βλέμμα στο παρελθόν, αλλά στραμμένο στο μέλλον. Ως εκ τούτου, τα συνθήματα τύπου «ο λαός δεν ξεχνά…» δεν θα πρέπει να είναι εκείνα που θα μας κατευθύνουν. Αφήστε που είναι σκέτη συντήρηση!

Ασφαλώς και είναι καλό να έχει μνήμη ο λαός. Αυτή όμως δεν πρέπει να είναι ο αποκλειστικός μας σύμβουλος, διότι η μνήμη έχει ένα σοβαρότατο ελάττωμα. Είναι τις περισσότερες φορές επιλεκτική.

Δεν είναι τυχαίο ότι όλοι εκείνοι που καλούν τον λαό να… μην ξεχνά δεν τον αφήνουν να το κάνει γενικώς και αορίστως, αλλά του θυμίζουν και πολύ συγκεκριμένα πράγματα που πρέπει να θυμάται.

Να θυμάται ακριβώς εκείνα που χρειάζεται, ώστε να καταψηφίσει τους άλλους για κάτι που έκαναν ή δεν έκαναν στο παρελθόν, ακόμη και πολύ παλιά, αφού η επιλεκτική μνήμη έχει και το γνώρισμα να φτάνει μέχρι εκεί που θέλει.

Το άλλο πουλάκι:
Ας αφήσουμε, λοιπόν, το παρελθόν.

Εξάλλου, εμείς εδώ, σε όλο το διάστημα της κρίσης (αλλά και χρόνια πριν) τα λέγαμε καθημερινά. Λίγο πολύ, λοιπόν, είναι γνωστό το τι υποστηρίζαμε, τι είχε νόημα και αξία για μας, και τι θεωρούσαμε σωστό για τον τόπο.

Αυτά υπάρχουν και μπορεί, όποιος επιθυμεί και δεν τον βοηθά η μνήμη του, να ανατρέξει είτε στο αρχείο της εφημερίδας μας, είτε στο διαδίκτυο για να τα βρει. Το ζήτημα είναι ποιο κριτήριο θα βάλουμε για τη μεθαυριανή ψηφοφορία.

Είπαμε να ψηφίσουμε με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον, έχοντας την εμπειρία όσων ζήσαμε και όσων μας οδήγησαν εδώ που είμαστε σήμερα. Ας κάνουμε, λοιπόν, μια αρχή μιλώντας πρώτα για τα πρόσωπα.

Ψηφίζουμε ανθρώπους που τους διακρίνει συνέχεια και συνέπεια λόγων και έργων, έτσι ώστε να μην διαψευστούμε αργότερα. Ανθρώπους που δεν βρέθηκαν ξαφνικά στην επικαιρότητα, επειδή χάιδεψαν αφτιά, λέγοντας ή κάνοντας κάτι παλαβό που εντυπωσίασε.

Σε τοπικό επίπεδο ψηφίζουμε ανθρώπους που τους ξέρουμε και μας ξέρουν. Που γνωρίζουμε ότι δεν μπήκαν στην πολιτική, ούτε επειδή έτσι φύσηξε ο άνεμος, ούτε επειδή πίστεψαν μια μέρα ότι ήρθε και η δική τους η σειρά.

Που έχουν επίγνωση ότι χρωστάνε στον τόπο και δεν τους χρωστά εκείνος, επειδή είναι πιο ικανοί, πιο μάγκες ή πιο έξυπνοι από τους υπόλοιπους. Ότι οι συμπολίτες τους τους τιμούν με την ψήφο τους και οφείλουν πίσω αυτή την τιμή.

Ανθρώπους που έχουν δική τους προσωπικότητα, δική τους άποψη διαμορφωμένη, αλλά είναι έτοιμοι και να τη συζητήσουν. Που έχουν τη διάθεση αλλά και την ικανότητα να εργαστούν, κυρίως όμως να συνεργαστούν για το καλό του τόπου.

Που δεν τους τραβάει το κόμμα από το μανίκι. Που είναι έτοιμοι να έρθουν σε ρήξη και μ’ αυτό, αν δουν ότι τους οδηγεί σε κάτι που είναι αντίθετο με τις αρχές και τις αξίες τους. Ανθρώπους έτοιμους να τα βροντήξουν, αν χρειαστεί.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Το βλέμμα στο μέλλον…

Όχι υποχρεωτικά στο άμεσο, τι θα γίνει δηλαδή αν η Νέα Δημοκρατία (δεν) έχει αυτοδυναμία, ή αν το μετεκλογικό σκηνικό οδηγήσει σε επανάληψη των εκλογών με απλή (και ανόθευτη, όπως λέγαμε παλιά) αναλογική.

Καλό είναι να τα έχουμε και αυτά κατά νου, καλύτερο όμως το να έχουμε εμείς πρώτα ένα όραμα για τον τόπο και μετά να δούμε ποιο από τα κόμματα μπορεί να το υπηρετήσει καλύτερα. Πώς φανταζόμαστε το μέλλον της χώρας;

Σε τι σχολειά θέλουμε να πηγαίνουν τα παιδιά μας; Με τι δασκάλους; Τι είδους άνθρωποι να βγαίνουν από αυτά; Με τι εφόδια; Πώς να είναι τα πανεπιστήμια που θα σπουδάζουν; Τι να περιμένουν, όταν πάρουν το πτυχίο τους;

Πώς φανταζόμαστε τη λειτουργία της Δικαιοσύνης; Τι περιμένουμε από τη σχέση της με την πολιτική εξουσία; Τι σημαίνει για εμάς η διάκριση των εξουσιών; Πώς και πότε θέλουμε να εφαρμόζεται ο νόμος;

Τι ζητάμε από τα κρατικά ραδιοτηλεοπτικά Μέσα; Ποιος θέλουμε να είναι  ο ρόλος των ΜΜΕ γενικότερα και πώς να αντιμετωπίζουν την εξουσία; Πώς φανταζόμαστε την ελευθερία του Τύπου, αλλά και του διαδικτύου, σε μια δημοκρατία του μέλλοντος;

Ποιο ρόλο ονειρευόμαστε για τη χώρα μας, στον τοπικό, τον ευρωπαϊκό αλλά και τον παγκόσμιο χάρτη; Με τι κριτήρια να επιλέγουμε τους συμμάχους μας;

Δεν χρειάζεται να συνεχίσω, καταλάβατε, φαντάζομαι το πνεύμα. Σκεφθείτε τα, λοιπόν, διότι δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το άλλα να λέω και να κάνω στη ζωή μου και άλλα να ψηφίζω στις εκλογές.

Για ξεχαρμάνιασμα!
 Καλό βόλι!

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2019

190702 ΑΚΥΚΛΟΦΟΡΗΤΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Και τι πάθαμε;

Ενώ οι μέρες περνούν –μπήκαμε στον Ιούλιο- και οι εκλογές είναι μια ανάσα μακριά, εγώ θα μείνω πιστός στο κλίμα των ημερών. Ποιο είναι αυτό; Να μην ασχολείται σχεδόν κανείς με την αναμέτρηση της Κυριακής.

Θεωρώντας, λοιπόν, ότι δεν έχουμε και τόσα πολλά να πούμε -τι να προσθέσουμε μετά από τόσα που σας λέμε, χρόνια τώρα;- θα ασχοληθούμε σήμερα με κάτι άλλο που παρατηρήσαμε τις προηγούμενες μέρες. 

Ας κάνουμε όμως μια εισαγωγή, που απαντά στο «και τι πάθαμε», με το οποίο ξεκινήσαμε την κουβέντα μας. Έχετε προσέξει ότι πολλές φορές είμαστε απόλυτοι σε κάποια θέματα, μέχρι η ζωή να μας αναγκάσει να κάνουμε πίσω;

Σου λέει ο άλλος, για παράδειγμα, «εμένα μου είναι αδύνατον να κόψω το τσιγάρο». Όταν όμως του χτυπήσει την πόρτα κάποιο έμφραγμα, όχι μόνο το κόβει, αλλά… απορεί που υπάρχουν άνθρωποι που καπνίζουν.

Το ίδιο και ο ευτραφής εκείνος καλοφαγάς που δεν μπορεί να φανταστεί τον εαυτό του να κάνει οποιαδήποτε μορφή δίαιτας, διότι δεν είναι δυνατόν να στερηθεί κάποια, έστω και μία, από τις αγαπημένες του λιχουδιές.

Όταν όμως δει τα σκούρα (συνήθως με τη μορφή ιατρικών εξετάσεων) τότε να δείτε πώς κόβει μια χαρά όλα όσα δίνουν γεύση και νοστιμιά στο φαγητό, περιοριζόμενος στο να τρώει κυρίως ανάλατα χορταρικά.

Ή εκείνη η μητέρα που θεωρεί ότι, αν αφήσει, έστω για μέρα, μόνους στο σπίτι τον σύζυγο και τα παιδιά της, το σπίτι θα βουλιάξει. Θα μείνουν νηστικοί, άπλυτοι, θα αρρωστήσουν, ενώ στο σπίτι θα εμφανιστούν άγρια θηρία.

Έρχεται τότε κάτι που την υποχρεώνει να τους εγκαταλείψει όχι για μία ή δύο μέρες, αλλά για εβδομάδες. Και βλέπει πως τίποτε από όσα φοβόταν δεν συνέβη. Απεναντίας, πέρασαν και μια χαρά χωρίς εκείνη.

Μπορούμε να αναφέρουμε πάρα πολλά τέτοια παραδείγματα. Για τον καταστηματάρχη που πιστεύει ότι, αν απουσιάσει μια ώρα από το μαγαζί του, οι υπάλληλοι θα τα κάνουν θάλασσα και δεν θα ξαναπατήσει πελάτης.

Όταν αναγκάζεται να απουσιάσει, βλέπει ότι η δουλειά κύλησε πολύ καλύτερα, ενώ οι πελάτες έμειναν ιδιαίτερα ευχαριστημένοι από τους υπαλλήλους του, οι οποίοι, απόντος του αφεντικού, πήραν πρωτοβουλίες και έδειξαν άλλο πρόσωπο.

Το άλλο πουλάκι:
Έτσι είναι!

Συχνά η ζωή σε υποχρεώνει να κάνεις πράγματα που τα θεωρούσες απίθανα. Αυτό όμως δεν είναι το ενδιαφέρον. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο ερώτημα γιατί δεν τα κάνεις μόνος σου, πριν αναγκαστείς από τις συνθήκες.

Και να ξανατονίσουμε ότι μιλάμε για εκείνες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες αποδεικνύεται ότι όχι απλώς δεν ήταν δύσκολο να αποφασίσεις τις αλλαγές, αλλά και ότι αυτές αποδείχθηκαν ιδιαιτέρως αποτελεσματικές και ευεργετικές.

Με ποια αφορμή όμως σας τα λέμε όλα αυτά; Θα προσέξατε –όλοι το πρόσεξαν- ότι την προηγουμένη εβδομάδα έκλεισε για κάποιες μέρες η κυκλοφορία (των οχημάτων) στο κέντρο της πόλης.

Στο κλείσιμο αυτό οδηγηθήκαμε ύστερα από τα προβλήματα που δημιούργησαν οι έντονες βροχοπτώσεις στα φρεάτια και συγκεκριμένα σε εκείνα μπροστά στο παλιό Δημαρχείο. έπρεπε να πραγματοποιηθούν εργασίες συντήρησης.

Για να εγκατασταθεί, λοιπόν, το συνεργείο και να μπορέσει να εκτελέσει τις εργασίες, έκλεισε από τα οχήματα όλο το κέντρο της πόλης. Και το ερώτημα τίθεται πλέον επί του πραγματικού: Και τι πάθαμε;

Ξέρω. Θα μου πείτε ότι ταλαιπωρήθηκαν οι οδηγοί που ήθελαν να περάσουν από το κέντρο, ειδικά εκείνοι που δεν ήξεραν ότι ήταν κλειστό και έφταναν ξαφνικά μπροστά στο πρόβλημα χωρία καμιά προετοιμασία.

Ταλαιπωρήθηκαν επίσης και κάποιοι ταξιτζήδες που αναγκάστηκαν να μπουν σε στενά από τα οποία, σε διαφορετική περίπτωση, δεν περνούσαν ούτε… με σφαίρες. Ναι αυτό είναι αλήθεια, όμως δεν είναι πρόβλημα.

Όλα αυτά εμφανίστηκαν επειδή το κλείσιμο του κέντρου προέκυψε ξαφνικά, χωρίς κάποια προηγούμενη πρόβλεψη και αντίστοιχη ρύθμιση για το πώς θα μπορούσαν να κινηθούν εναλλακτικά οι οδηγοί.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Αυτά… βολεύονται εύκολα.

Αν δώσεις σε κάποιους ειδικούς να σου σχεδιάσουν έναν διαφορετικό τρόπο κυκλοφορίας, θα δεις ότι δεν είναι πρόβλημα. Εξάλλου, κάτι τέτοιο έχει συμβεί σε πάρα πολλές πόλεις, και της χώρας μας.

Το ζητούμενο είναι να αλλάξουμε αντίληψη. Διότι, όταν εμείς λέμε κυκλοφορία, και μάλιστα κυκλοφορία στο κέντρο της πόλης, εννοούμε κυκλοφορία… οχημάτων. Κακώς! Διότι στις πόλεις (θα έπρεπε να) κυκλοφορούν κυρίως πεζοί.

Αυτές τις μέρες, λοιπόν, που ήταν ελεύθεροι να κυκλοφορήσουν στους δρόμους του κέντρου, η εικόνα του πραγματικά άλλαξε. Έβλεπες ένα διαφορετικό ρυθμό να κυριαρχεί και να αυτό είχε απήχηση στην ψυχολογία των πολιτών.

Και των (πολλών) καταστηματαρχών. Οι οποίοι, σε κουβέντες που είχαμε μαζί τους, έδειχναν ενθουσιασμένοι που δεν υπήρχε αυτή η συνεχής και ενοχλητική ροή οχημάτων μπροστά από τα μαγαζιά τους.

Ενοχλητική και μόνο με τον συνεχή θόρυβο, τη σκόνη, τα κορναρίσματα, τις εξατμίσεις, τα παράνομα παρκαρίσματα, τα μαλώματα των οδηγών ή τα σφυρίγματα των τροχονόμων όταν το κακό παραγινόταν.

Είδαμε, λοιπόν, ότι, όχι μόνο δεν πάθαμε και τίποτα σπουδαίο, όπως κάποιοι φοβούνται ότι θα συμβεί, αλλά τα περάσαμε μια χαρά. Κάτι εξάλλου που το έχουμε δει και σε άλλες περιπτώσεις, γιορτών, εκδηλώσεων κ.λπ.

Μήπως είναι καιρός να εξετάσουμε μια πιο μόνιμη τέτοια κατάσταση;
 Ούτε κυκλοφορώ, ούτε οπλοφορώ!

Παρασκευή 28 Ιουνίου 2019

190627 ΑΝΗΞΕΡΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Κι εγώ πού να το ξέρω;

Το ερώτημα είναι πραγματικό και έχει νόημα κάθε φορά που συναλλασσόμαστε με το Δημόσιο, ακόμη κι αν ισχύει εκείνο το «άγνοια νόμου απαγορεύεται», ότι δηλαδή είσαι υποχρεωμένος να γνωρίζεις όσα σε αφορούν.

Μπορούμε όμως να γνωρίζουμε όλα όσα μας αφορούν; Και από πού να τα γνωρίζουμε, όταν το ίδιο Δημόσιο δεν φροντίζει να μας ενημερώνει για τις κάθε είδους αλλαγές που πραγματοποιεί. Θέλετε να το πάμε και παραπέρα;

Δεν θα έπρεπε, ως πολίτες, να έχουμε εμπιστοσύνη στις υπηρεσίες; Να είμαστε ήσυχοι ότι αυτές κάνουν σωστά τη δουλειά τους και να μην υποχρεωνόμαστε, κάθε φορά, να ελέγχουμε μήπως έγινε λάθος;

Ή μήπως μας γέλασαν; Αλίμονο αν ο πολίτης, σε κάθε συναλλαγή του με το Δημόσιο, είναι υποχρεωμένος να διπλοτσεκάρει ότι όλα όσα του λένε και όλα τα έγγραφα που του δίνουν είναι σύμφωνα προς τον νόμο.

Τα (ξανα)σκεφτόμουν όλα αυτά με αφορμή την αποκάλυψη ότι η (πρώην, πλέον) υποψήφια βουλευτής με τη Νέα Δημοκρατία, Αντωνία Μοροπούλου, συνέχιζε να εισπράττει μια σύνταξη, ενώ είχε αλλάξει ο νόμος βάσει του οποίου την δικαιούνταν.

Εδώ ας κάνουμε μια στάση, για να ξεκαθαρίσουμε κάτι από την αρχή. Πολύ ορθώς η κυρία Μοροπούλου αποπέμφθηκε, ή αποσύρθηκε, ή υποχρεώθηκε σε παραίτηση (διαλέγετε) από τη θέση της υποψηφίας βουλευτού.

Αυτά τα λάθη πρέπει να πληρώνονται, ακόμη κι αν γίνονται… κατά λάθος. Κανείς υποψήφιος βουλευτής, οποιουδήποτε κόμματος, δεν πρέπει να βαρύνεται με κάποιου είδους «σκιά», ακόμη κι αν αυτό τον αδικεί προσωρινά.

Εμάς η κυρία Μοροπούλου δεν μας γέμισε το μάτι από την εποχή ακόμη που, ως επικεφαλής της επιστημονικής ομάδας που πραγματοποίησε την αποκατάσταση στον Πανάγιο Τάφο, έκανε τις περίφημες δηλώσεις της.

Ότι «Τάφος είναι… ζωντανός» και ότι «νιώσαμε δέος ανοίγοντας μετά από αιώνες τον Πανάγιο Τάφο. Επί της νεκρικής κλίνης είδαμε τις αύλακες για τα σωματικά υγρά του Ιησού και μία θέση για την κεφαλή προς Δυσμάς».

Δεν μας το γέμισε διότι, μια επιστήμων στη θέση στην οποία κατείχε η κυρία Μοροπούλου, έπρεπε να περιμένει τουλάχιστον την επίσημη χρονολόγηση των ευρημάτων που τοποθετούν την κατασκευή του μνημείου στον 4ο αιώνα.

Και που λένε ότι «από αρχαιολογικής άποψης είναι αδύνατο να ειπωθεί πως ο τάφος είναι το σημείο ενταφιασμού ενός Εβραίου με το όνομα Ιησούς της Ναζαρέτ, ο οποίος, σύμφωνα με τη Καινή Διαθήκη σταυρώθηκε στην Ιερουσαλήμ το 30 ή 33».

Το άλλο πουλάκι:
Αυτό είναι άλλο θέμα!

Θα πρέπει όμως να τονίσουμε επίσης ότι η υπόθεση Μοροπούλου δεν έχει καμία σχέση με την υπόθεση Λοΐζου, όσο κι αν θέλουν να τις ταυτίσουν κάποιοι. Η κ. Λοΐζου (αντιγράφω από ποστ φίλου νομικού):

«Υπεξαιρούσε σύνταξη άλλου ατόμου, ενώ μάλιστα είχε νομική υποχρέωση να γνωστοποιήσει η ίδια στην διοίκηση το γεγονός που θα διέκοπτε την καταβολή της σύνταξης, την οποία, ούτως ή άλλως, δεν δικαιούνταν ποτέ η ίδια.

Η Μοροπούλου εισέπραττε νόμιμα, ως δικαιούχος η ίδια, μια σύνταξη, την οποία κάποια στιγμή έπρεπε να μην την εισπράττει γιατί άλλαξε ο νόμος και μπήκαν εισοδηματικά κριτήρια και αυτό ήταν εν γνώσει του ταμείου.

Δεν την δικαιολογεί, αλλά υπάρχουν πολλά ελαφρυντικά και, κυρίως, υπάρχει απολύτως βάσιμη αιτίαση νομικής πλάνης και παραβίασης της αρχής της εύλογης εμπιστοσύνης των διοικουμένων προς την διοίκηση.

Η οποία διοίκηση είχε υποχρέωση να ζητήσει απ’ τον διοικούμενο τα επιπλέον στοιχεία που θα δικαιολογούσαν την συνέχιση της καταβολής». Το καταλάβατε; Ειδικά αυτό το τελευταίο με την υποχρέωση της διοίκησης;

Εκεί ήθελα να σταθώ κι εγώ και γι’ αυτό θα σας πω μια σχετική ιστορία. Σχετική… από την ανάποδη. Και τότε θα δούμε τι υποχρεώσεις έχει η διοίκηση απέναντι στον πολίτη και τι ο πολίτης απέναντί της.

Η γιαγιά χήρεψε το 2008 και, μη έχοντας κανένα άλλο εισόδημα, πήρε τη σύνταξη του πεθαμένου συζύγου της. Σύνταξη του τότε ΙΚΑ, αργότερα ΕΦΚΑ. Κάποια στιγμή, το 2011, η σύνταξη αυτή, χωρίς καμιά ειδοποίηση κόπηκε αισθητά.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Η γιαγιά ογδόντα τριών, τότε!

Ήταν η εποχή που η Τρόικα, και τα Μνημόνια (όχι οι κυβερνήσεις) έκοβαν γενικώς από όπου έβρισκαν. Θεώρησε, λοιπόν, και εκείνη (η γιαγιά, όχι η Τρόικα) ότι η σύνταξή της μειώθηκε μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο των περικοπών.

Τα χρόνια πέρασαν, ήρθε το 2018, η γιαγιά έγινε ενενήντα ετών, και κάποια ωραία πρωία, μια υπάλληλος του ΕΦΚΑ, ευσυνείδητη υπέρ το δέον, την ειδοποιεί, μέσω του παιδιού της,  ότι δικαιούται μεγαλύτερη σύνταξη.

Αναδρομικά. Ότι η σύνταξή της κόπηκε το 2011, επειδή οι συντάξεις χηρείας κόβονται μετά την παρέλευση τριετίας. Αν όμως η χήρα δεν έχει άλλο εισόδημα, τότε υποβάλλει κάτι χαρτιά και εξακολουθεί να παίρνει τη σύνταξη ολόκληρη.

Αυτό η γιαγιά όφειλε να το γνωρίζει (από πού;) αλλά η υπηρεσία δεν όφειλε να της το κοινοποιήσει! Με πόσες γιαγιάδες συμβαίνει κάτι ανάλογο, και πόσες ευσυνείδητες υπάλληλοι θα το εντοπίσουν και θα τις ειδοποιήσουν;

Μπορούσε μάλιστα, υποβάλλοντας τα ίδια χαρτιά, να πάρει τη διαφορά αναδρομικά, μόνο όμως από το 2013 και μετά, διότι τα αναδρομικά δίνονται σε βάθος πενταετίας. Για τα προηγούμενα χρόνια πρέπει να τα διεκδικήσεις δικαστικά.

Καταλάβατε γιατί σας λέω ίδια περίπτωση, από την ανάποδη; Κι εδώ ο πολίτης θα έπρεπε να γνωρίζει έναν νόμο που τον αφορά, αλλά επίσης και να μη δείξει εμπιστοσύνη στην υπηρεσία με την οποία συναλλάσσεται.

Που όμως του κόβει μια σύνταξη που δικαιούται, αντί να του δίνει μια που έπρεπε να σταματήσει να την παίρνει.
 Αν συναλλάσσεστε με το δημόσιο, που ελπίζω όχι!

Πέμπτη 27 Ιουνίου 2019

190626 ΚΑΡΙΕΡΙΣΤΙΚΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Πολιτική και ΜΜΕ.

Παρακολουθήσαμε την προηγούμενη εβδομάδα στην αυλή του κτηρίου «Κυριάκος Δοματζόγλου», δύο εξαιρετικές ταινίες που μας έρχονται από παλιά είναι όμως τρομερά επίκαιρες. Όσο επίκαιρη είναι η πολιτική.

Να πούμε εδώ ότι αυτές οι καλοκαιρινές (που λέει ο λόγος, μέχρι στιγμής) προβολές που κάνει η Οικολογική Κίνηση είναι μια «όαση» στα μεγάλα καλοκαιρινά βράδια όσων μένουν στην πόλη από επιλογή ή όχι.

Μας αρέσει που κινούνται στο παλιό πνεύμα του θερινού σινεμά, όπου προβάλλονταν ταινίες περασμένων εποχών, πάντα αξιόλογες, τις οποίες μπορεί να έχουμε δει, τις ξαναβλέπεις όμως ευχαρίστως κάτω από τα άστρα.

Όσο για τις νεότερες παραγωγές, αυτές μπορούν να περιμένουν τη σειρά τους, να… παλιώσουν, κάποιες να γίνουν κλασικές, και, αν είμαστε γεροί και η Οικολογική Κίνηση έχει ζωή, να τις απολαύσουμε μετά από χρόνια.

Στο πλαίσιο αυτό, λοιπόν, παρακολουθήσαμε τις ταινίες «ο κύριος Σμιθ πάει στην Ουάσιγκτον» (1939) και «πολίτης Κέιν» (1941), ταινίες ενταγμένες στο αφιέρωμα «πολιτική και εκλογές στη μεγάλη οθόνη».

Και στις δύο κυριαρχεί η σχέση της πολιτικής με τα εκδοτικά συμφέροντα και ο ρόλος που μπορούν να παίξουν αυτά στην άνοδο και την πτώση όχι μόνο πολιτικών προσώπων, αλλά και ολόκληρων «ιδεολογιών».

Στον «κύριο Σμιθ…» ήταν εντυπωσιακός επίσης ο τρόπος με τον οποίο ο νεαρός αθώος, επαρχιώτης πολιτικός προσεγγίζει τους χώρους στους οποίους έζησαν και έδρασαν οι μεγάλοι πολιτικοί άνδρες της χώρας του.

Το δέος και η συγκίνηση που αισθανόταν μπροστά στα αγάλματά τους, διαβάζοντας τα λόγια τους ή βλέποντας τα έδρανα όπου καθόταν, σε ένα από τα οποία θα καθίσει και ο ίδιος. Και λες έτσι θα έπρεπε να είναι.

Πόσοι, ας πούμε, από τους νέους, συχνά όχι αφελείς αλλά θρασύτατους βουλευτές μας, έχουν συναίσθηση του χώρου στον οποίο βρίσκονται και του βήματος από το οποίο καλούνται να αγορεύσουν;

Πόσοι γνωρίζουν ποιοι μεγάλοι πολιτικοί άνδρες (και ποιες γυναίκες) έχουν μιλήσει πριν από αυτούς εκεί και τι σημαντικότατες συζητήσεις έχουν διεξαχθεί, συζητήσεις που έκριναν την πορεία αυτής της χώρας;

Το άλλο πουλάκι:
Τέλος πάντων.

Δεν μπορούν να έχουν όλοι την αίσθηση του χώρου στον οποίο βρίσκονται και της Ιστορίας του, όπως είχε ο Κολοκοτρώνης (ποιος; ο Κολοκοτρώνης!) κατά την περίφημη εκείνη ομιλία του στην Πνύκα.

Λέμε κρίμα και προχωράμε στη σχέση της πολιτικής με τα ΜΜΕ, καθώς και στην κουβέντα που ξεκίνησε για τον υπερβολικά μεγάλο αριθμό δημοσιογράφων που βρίσκονται στα ψηφοδέλτια των κομμάτων, αυτές τις εκλογές.

Αυτό συνέβαινε και παλαιότερα, λένε κάποιοι, και μάλιστα ο Παύλος Τσίμας στα ΝΕΑ μάς θύμισε ότι ακόμη και ο Τσόρτσιλ (όπως και πολλοί άλλοι σημαντικοί πολιτικοί) ξεκίνησαν ως δημοσιογράφοι ή σχολιαστές σε εφημερίδες.

Δεν είναι το ίδιο. Όλοι καταλαβαίνουμε ότι ο δημοσιογράφος σήμερα δεν είναι εκείνος που ήταν παλαιότερα, κυρίως επειδή έχει αλλάξει η φύση των Μέσων Ενημέρωσης. Στις εφημερίδες ελάχιστοι σε γνωρίζουν.

Μπορεί να είναι χιλιάδες εκείνοι που σε διαβάζουν, που παρακολουθούν τη σκέψη και τις ιδέες σου, όμως πολύ λίγοι ξέρουν πώς είσαι… στο πρόσωπο, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για έναν δημοσιογράφο που πάει για πολιτικός.

Δεν είναι τυχαίο ότι η συντριπτική πλειονότητα των δημοσιογράφων που κατεβαίνουν ως υποψήφιοι σε κόμματα είναι άνθρωποι της τηλεόρασης ή/και του ραδιοφώνου, όπου ο δημοσιογραφικός λόγος δεν περνά από την βάσανο του γραπτού κειμένου.

Κάποτε διδάσκονταν στα σχολεία κείμενα από εφημερίδες, κάποτε, για να φτάσεις να δεις δημοσιευμένο ένα κείμενό σου έπρεπε να θητεύσεις για χρόνια γράφοντας… τα διανυκτερεύοντα φαρμακεία.

Σήμερα παίρνεις ένα μικρόφωνο και, αν σε βοηθάει και η εμφάνισή σου, αν έχεις και άλλες άκρες, βρίσκεις δουλειά σε κάποιο από τα τόσα ηλεκτρονικά, όπως τα λένε, ΜΜΕ. Μπορεί να μη χρειαστεί να γράψεις μια λέξη!

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Και πας και για βουλευτής.

Πράγμα που σημαίνει ότι έχεις σχέσεις στενότερες με κάποιο κόμμα ή/και με τον αρχηγό του, κάτι που παλαιότερα θεωρείτο πολύ κακό, για κάποιον δημοσιογράφο που ήθελε να τον παίρνουν στα σοβαρά.

«Οι οικονομικά και πολιτικά ισχυροί μπορεί να επιδιώκουν επαφές με κάποιον δημοσιογράφο, για να θεωρείται όμως καλός πρέπει να τον φοβούνται, όχι να έχουν φιλίες μαζί του», έλεγαν και είχαν δίκιο.

Βεβαίως, ο δημοσιογράφος μπορεί να έχει πολιτική άποψη και μάλιστα, έχουμε πει πολλές φορές ότι είναι προτιμότερο αυτή να είναι ξεκάθαρη. Αυτό όμως είναι άλλο και άλλο το να υπηρετεί αρχές και θέσεις κάποιου κόμματος.

Κάτι που το βλέπουμε ολοένα και πιο συχνά στις μέρες μας. Δημοσιογράφοι να είναι… βασιλικότεροι του βασιλέως και να αγωνίζονται με νύχια και με δόντια για το κόμμα το οποίο –δεν είναι υπερβολή- υπηρετούν.

Για να φτάσουν μια μέρα να κατέβουν και υποψήφιοι μαζί του. Ακυρώνοντας με αυτόν τον τρόπο ένα μεγάλο μέρος της προηγούμενης δουλειάς τους. Και υποθηκεύοντας τη μελλοντική, αν επιστρέψουν ποτέ στη δημοσιογραφία.

Διότι ποιος θα πάρει στα σοβαρά, εκτός από τους ομοϊδεάτες ενταγμένους στο κόμμα, εννοείται, έναν δημοσιογράφο που πάει και γίνεται, αν τον ψηφίσουν οι πολίτες, βουλευτής; Πώς θα κρίνει αυτός την εξουσία;

Από την άλλη είναι πολλοί κι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι τέτοιοι δημοσιογράφοι είναι καλό να την κάνουν από το επάγγελμα, γιατί έτσι αυτό καθαρίζει κάπως. Κι ας πηγαίνουν να δοκιμαστούν εκεί που πραγματικά ανήκουν.
 Στο καλό και να… μη μας γράφετε!

Τετάρτη 26 Ιουνίου 2019

190625 ΜΟΥΣΚΕΜΕΝΟΝ


Το ένα πουλάκι:
Τα όρια μιας πόλης!

Της δικής μας πόλης. Τα όρια αυτά (όχι τα σύνορα) αναδείχτηκαν με τις κακοκαιρίες των τελευταίων ημερών. Οι οποίες μπορούν και να θεωρηθούν «ακραίες», δεδομένου ότι δεν τις βλέπουμε να εκδηλώνονται και τόσο συχνά.

Βεβαίως, αυτές που λέμε καλοκαιρινές μπόρες δεν είναι καθόλου σπάνιο φαινόμενο. Κάθε χρόνο τέτοια εποχή έχουμε αυτά τα απογευματινά μπουρίνια που μας θυμίζουν ότι το κλίμα μας δεν απέχει πολύ από το τροπικό.

Όμως η ένταση όλων δεν είναι ίδια. Κάποιες φορές το νερό που πέφτει και ο άνεμος που φυσά ξεπερνούν τις συνηθισμένες καταστάσεις και τότε μπορεί να χαρακτηρίσει κανείς το φαινόμενο ακραίο.

Το ζήτημα είναι πόσο έτοιμοι (πρέπει να) είμαστε εμείς, ο καθένας ξεχωριστά για το σπίτι, το μαγαζί ή το αυτοκίνητό του, αλλά και όλοι μαζί, ως Δήμος Δράμας, για να αντιμετωπίσουμε τέτοιες καταστάσεις.

Διότι, ξέρετε κάτι; Ένα ακραίο φαινόμενο δικαιολογείται να σε φέρει σε δύσκολη θέση, αν συμβεί πρώτη φορά. Τότε μπορείς να πεις ότι βρέθηκες απροετοίμαστος, ότι δεν είχες υπολογίσει πως μπορεί να εκδηλωθεί έτσι…

Όταν όμως συμβαίνει κάθε χρόνο, και όταν μέσα στην ίδια χρονιά συμβαίνει πολλές φορές, τότε δεν μπορείς ούτε να το λες και τόσο ακραίο, ούτε να δικαιολογείσαι ότι οι υποδομές και οι μηχανισμοί δεν λειτούργησαν.

Με αυτή τη λογική, έχουν δίκιο όσοι λένε πως η δημοτική αρχή είναι πολύ τυχερή που οι κακοκαιρίες έπιασαν μετά τις εκλογές. Διότι, αν προλάβαιναν την ημερομηνία των εκλογών, τότε μπορεί το αποτέλεσμα να ήταν διαφορετικό.

Βέβαια τα μπουρίνια αυτά έχουν και ένα άλλο χαρακτηριστικό. Δεν τα αντιλαμβανόμαστε όλοι το ίδιο. Μπορεί να περάσουν από μια γειτονιά και να προκαλέσουν καταστροφές, ενώ η διπλανή να μην καταλάβει τίποτε.

Δεν είναι τυχαίο όμως ότι οι περιοχές που δέχονται τα μεγαλύτερα πλήγματα είναι λίγο πολύ γνωστές από παλιά και η εικόνα αυτή δεν φαίνεται να βελτιώνεται με τα χρόνια. Οι υποδομές της πόλης πάσχουν από χρόνιο νόσημα.

Το άλλο πουλάκι:
Εμείς τι κάνουμε;

Διότι ο Δήμος μπορεί να έχει τις ευθύνες του, όμως κι εμείς δεν είμαστε άμοιροι ευθυνών. Μπορούμε να κάνουμε πολλά, ο καθένας όχι μόνον για το σπίτι του, αλλά και για τη γειτονιά του, την πόλη γενικότερα.

Θα σας πω δυο παραδείγματα. Με το σαββατιάτικο μπουρίνι, γέμισαν οι δρόμοι της πόλης σκουπίδια τα οποία, αφού παρασύρθηκαν από τον δυνατό αέρα και το πολύ νερό, πήγαν και άραξαν όπου βρέθηκαν.

Από πού προήλθαν τα σκουπίδια αυτά; Πώς βρέθηκαν να γίνουν έρμαιο του ανέμου και της βροχής, βαρκούλες που ταξιδεύουν, ενώ η θέση τους θα έπρεπε να είναι μέσα στους κλειστούς με το σκέπασμά τους κάδους;

Προφανώς εμείς τα αφήσαμε, είτε έξω από τους κάδους, είτε μέσα σ’ αυτούς, τη στιγμή όμως που ήταν ήδη ξέχειλοι και το καπάκι δεν μπορούσε να κλείσει, ή δεν μας ενδιέφερε να το κλείσουμε φεύγοντας.

Εδώ τι να σου κάνει ο Δήμος; Να έχει υπαλλήλους να τρέχουν από πίσω μας και να τοποθετούν τα σκουπίδια όπως πρέπει μέσα στους κάδους; Να μας λένε να πηγαίνουμε λίγο παραπέρα, αν κάποιος είναι ήδη γεμάτος;

Να μας υποχρεώνουν να χρησιμοποιούμε ειδικές σακούλες, καλά κλεισμένες, ώστε αυτά να μη σκορπίζουν στο πρώτο φύσημα το αέρα; Ή να μας θυμίζουν ότι το ανοιχτό καπάκι προκαλεί τις γάτες να επισκεφθούν τον κάδο και να στήσουν ένα μικρό πάρτι;

Μια στιγμή όμως; Κάποια πράγματα, ναι, θα έπρεπε να μας υποχρεώνει ο Δήμος να τα κάνουμε. Βάζοντας, στην ανάγκη, και τα ανάλογα και προβλεπόμενα πρόστιμα. Δεν χρειάζεται να ανακαλύψουμε τον τροχό.

Όλοι ξέρουμε ότι στις αναπτυγμένες χώρες, ο πολίτης είναι υπεύθυνος για τα σκουπίδια ΤΟΥ, μέχρι να περάσει και να τα πάρει το απορριμματοφόρο. Οτιδήποτε συμβεί σ’ αυτά το πληρώνει, κυριολεκτικά, ο ίδιος.

Εδώ μπορείς να πετάς ό,τι θέλεις, όπου θέλεις, όπως θέλεις και ό,τι ώρα θέλεις, χωρίς ποτέ κανείς να σου ζητήσει τον λόγο. Εκτός αν βρεθεί κάποιος παράξενος γείτονας, οπότε τον βάζεις στη θέση του εύκολα.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Εγώ θα σταθώ κάπου αλλού.

Είδαμε με τις καταστροφές αυτών των ημερών να πέφτουν πολλά δέντρα και να καταστρέφονται περιουσίες, αφήστε που κινδυνεύουν και ζωές. Το ξέρετε ότι ευθύνη γι’ αυτό έχουμε όλοι μας;

Υπάρχει ένα περίεργο καθεστώς και μια εξίσου περίεργη νοοτροπία, σχετικά με τα δέντρα που βρίσκονται μέσα στον αστικό ιστό. Τα δέντρα αυτά είναι όλων και… κανενός. Αφήστε που τα θυμόμαστε μόνον όταν «πρέπει» να κοπούν.

Πότε πρέπει να κόβεται ένα δέντρο; Αν ρωτήσετε τους ευαίσθητους πολίτες, θα σας απαντήσουν «ποτέ». Όταν όμως έρχεται και το ρίχνει μια κακοκαιρία, όταν κινδυνεύουμε να θρηνήσουμε θύματα, τότε αλλάζουμε γνώμη.

Τι θέλω να πω. Θα έπρεπε να υπάρχει μια υπηρεσία την οποία όλοι οι δημότες να περιβάλλουμε με εμπιστοσύνη και η οποία να ελέγχει ποια δέντρα κινδυνεύουν (και είναι επικίνδυνα) έτσι και έρθει ένα δυνατό μπουρίνι.

Τα δέντρα αυτά να αντικαθίστανται με άλλα, είτε νεότερα είτε ανθεκτικότερα στις καιρικές συνθήκες. Και αυτό να είναι αποδεκτό από όλους, χωρίς να μας χωρίζει σε «ευαίσθητους» και «αναίσθητους» απέναντι στο περιβάλλον.

Πόσο δύσκολο είναι;
 Ο κακός μας ο καιρός!

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2019

190619 ΦΥΛΙΚΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Τι είναι σεξισμός;

Θυμάμαι ότι αναφερθήκαμε και άλλη φορά στο θέμα, πιστεύω όμως ότι είναι από εκείνα στα οποία οφείλουμε να επανερχόμαστε, ευκαιρίας δοθείσης. Θα το κάνω σήμερα με αφορμή δύο δημοσιεύματα και μια συζήτηση.

Ας ξεκινήσουμε όμως με τον ορισμό, έναν από τους ορισμούς που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο, σε σελίδες σχετικές με (και ευαίσθητες στα) θέματα δικαιωμάτων, που τόσο υποφέρουν τα καημένα στις μέρες μας.

Κυρίως από τους υπερασπιστές τους, αλλά αυτό είναι μια μεγάλη κουβέντα που θα την κάνουμε κάποια άλλη φορά. Έχει όμως σχέση και με όσα θα συζητήσουμε σήμερα. Σεξισμός, λοιπόν, είναι…

«Το σύνολο των προκαταλήψεων και συμπεριφορών που πηγάζουν από τη βίαιη -δηλαδή, αυθαίρετα άνιση- δυιστική ιδεολογία, η οποία βασίζεται στο διαχωρισμό των φύλων σε αρσενικό και θηλυκό.

Έτσι το ένα εκ των δύο φύλων θεωρείται βιολογικά, ηθικά, διανοητικά και πνευματικά υποδεέστερο του άλλου, επιτρέποντας, ή και θεσμοθετώντας, τις εναντίον του συστηματικές διακρίσεις, αρνητικές ή φοβικές κρίσεις, φυσικούς περιορισμούς ή και εκδηλώσεις μίσους.

Ο σεξισμός αφορά στις πεποιθήσεις που οδηγούν σε αυθαίρετες διακρίσεις κατά των γυναικών, με βάση τα στερεότυπα του φύλου τους και μόνο, στο πλαίσιο της πατριαρχικής κοινωνίας, όπως αυτή πραγματώνεται με διάφορες μορφές ανά τον κόσμο.

Η πατριαρχική κοινωνία δε -το είδος της κοινωνίας που στηρίζεται στην ιδέα της “φυσικής” ανωτερότητας του άνδρα και ιεραρχεί τις κοινωνικές, οικονομικές και ηθικές δομές της με γνώμονα την πρωτοκαθεδρία του αρσενικού ενάντια στο θηλυκό-

…αποτελεί και το γενεσιουργό πλαίσιο για τις σεξιστικές ιδεολογίες και συμπεριφορές, αλλά και το αποτέλεσμα του συνόλου των πρακτικών αυτών στη διάρκεια των αιώνων». Αυτά και ελάτε τώρα να πούμε για τα δημοσιεύματα.

Έστειλα σε φίλους που έχουμε αλληλογραφία ένα άρθρο - σχόλιο του Στέφανου Κασιμάτη από την «Καθημερινή», σχετικά με την απομάκρυνση του κ. Βενιζέλου από το ΚΙΝΑΛ (που ο σχολιαστής επιμένει να το λέει ΠΑΣΟΚ). Το σχόλιο τελείωνε ως εξής:

«Εν πάση περιπτώσει, το ΠΑΣΟΚ τελειώνει και τυπικά με την εκπαραθύρωση του Βενιζέλου, η ΠΑΣΟΚάρα όμως έχει πάντα εφεδρείες και, επομένως, μέλλον. Αν κατάλαβα σωστά, η Βάνα Μπάρμπα στηρίζει αναφανδόν Φώφη και διατίθεται να εκτεθεί, όπως πάντα».

Δύο πολύ καλοί φίλοι μού απάντησαν πως βρίσκουν το συγκεκριμένο σημείο σεξιστικό για την κυρία Βάνα Μπάρμπα (και γενικά το σχόλιο για την κ. Φώφη Γεννηματά). Έχουν δίκιο; Το βλέπετε κι εσείς έτσι;

Το άλλο πουλάκι:
Εγώ λέω όχι!

Και μπορώ να το αποδείξω, κάνοντας ένα πολύ απλό τεστ. Πάρτε το ίδιο ακριβώς σχόλιο και αλλάξτε το όνομα της ηθοποιού Βάνας Μπάρμπα με κάποιο ενός άνδρα συναδέλφου της. Αλλάζει τίποτε; Υπάρχει κάτι που δεν στέκεται;

Θέλω να πω, μπορεί ο καθένας να συμφωνεί ή όχι με το σχόλιο, αυτό όμως δεν στηρίζεται καθόλου στο γεγονός ότι η Βάνα Μπάρμπα είναι γυναίκα, αλλά σε κάποια άλλα γνωρίσματά της που κατά τον σχολιαστή διαθέτει.

Κατ’ άλλους μπορεί να μην υπάρχουν, οπότε έχουν κάθε δικαίωμα να θεωρούν το σχόλιο άστοχο, ατυχές, ανόητο ή οτιδήποτε άλλο. Όχι όμως σεξιστικό. Η ηθοποιός δεν (κατα)κρίνεται για το φύλο της ή για χαρακτηριστικά που προκύπτουν από αυτό.

Είπαμε όμως ότι θα μιλήσουμε και για ένα άλλο δημοσίευμα σχετικό με το θέμα μας. Το βρήκα κι αυτό στην «Καθημερινή» και μιλάει για μια γυναίκα, την Μαριλίζα Σηφάκη, η οποία υπηρετεί(;) στο Λιμενικό Σώμα.

Η ιστορία της, με δυο λόγια, έχει ως εξής. Κάποια στιγμή πήρε μέρος σε διαγωνισμό για να καταταγεί στο Λιμενικό, που ήταν γι’ αυτήν όνειρο ζωής. Στις εξετάσεις τα πήγε πολύ καλά, κόπηκε όμως σε δύο αγωνίσματα.

Το ενδιαφέρον είναι ότι στα συγκεκριμένα αγωνίσματα, οι γυναίκες υποψήφιες, 252 τον αριθμό, απέτυχαν να πιάσουν το όριο σε ποσοστό κοντά στο 80%, ενώ οι 223 άνδρες συνυποψήφιοί τους μόλις στο 12%.

Τα όρια, όπως καταλαβαίνετε, ήταν κοινά, πράγμα που δεν συνέβαινε σε παλαιότερους διαγωνισμούς. Μια δικηγόρος στην οποία προσέφυγαν οι υποψήφιες, θεώρησε ότι κάτι τέτοιο συνιστά διάκριση σε βάρος των γυναικών.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Το δικαστήριο συμφώνησε!

Η Μαριλίζα Σηφάκη, λοιπόν, ξαναδιαγωνίστηκε με νέα, χαμηλότερα όρια και πέτυχε να περάσει στο Λιμενικό Σώμα, όπου υπηρετεί από το 2016, όταν τελείωσε την εκπαίδευσή της.
Το υπουργείο όμως είχε ασκήσει έφεση στη δικαστική απόφαση.

Το ΣτΕ, λοιπόν, πριν από λίγο καιρό, εξέδωσε απόφαση με την οποία θεωρεί ότι κακώς βρίσκεται στο Λιμενικό Σώμα. Ξέρετε, από εκείνες τις αποφάσεις που έρχονται να φέρουν τα πάνω κάτω, μετά όμως από αρκετά χρόνια.

Εδώ, όπως καταλαβαίνετε, υπάρχει ένα θέμα σχετικό με τον σεξισμό. Είναι σωστό άνδρες και γυναίκες να διαγωνίζονται σε ίδια όρια, όταν όλοι ξέρουμε ότι στον αθλητισμό είναι τελείως διαφορετικές οι επιδόσεις τους;

Από την άλλη, κατά την υπηρεσία τους, θα κληθούν να κάνουν την ίδια δουλειά, η οποία απαιτεί π.χ. να καταδιώξουν κάποιον. Είναι σωστό να προσλαμβάνονται με διαφορετικές προϋποθέσεις, έχοντας δηλαδή διαφορετικές ικανότητες;

Όταν μέσα στα καθήκοντα είναι και η φυσική «δράση» (διότι δεν φαντάζομαι να προσλαμβάνονται για διαφορετικές θέσεις, πράγμα που θα αποτελούσε επίσης σεξισμό) τότε γιατί να μην εξετάζονται επί ίσοις όροις;

Δεν είναι, λοιπόν, καθόλου εύκολη υπόθεση η προσέγγιση τέτοιων θεμάτων και, ακόμη και η αναγνώριση αυτής της δυσκολίας, ο προβληματισμός μας γι’ αυτά, συνιστά απόδειξη της ευαισθησίας μας απέναντί τους.

Ας μην τα αδικούμε κι ας μην αδικούμε τον εαυτό μας κάνοντάς τα «αλατοπίπερο»!
 Μια… φυλική συζήτηση!