ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Σεπτέμβριος 2019. Συμπληρώθηκαν είκοσι συναπτά έτη από τη μέρα που αποφασίσαμε να σχολιάζουμε σε καθημερινή βάση τον κοινωνικό και πολιτικό μας βίο. Αυτός ο κύκλος έκλεισε. Δείτε εδώ το αποχαιρετιστήριο κείμενο.

Πάμε για άλλα; Ποιος ξέρει;

Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2014

140918 ΒΛΑΜΜΕΝΟ

Το ένα πουλάκι:
Προσοχή στο σκεπτικό!

Ξέρουμε όλοι πολύ καλά πως, συνήθως, δεν έχει τόση σημασία μια απόφαση που θα πάρεις, όσο το σκεπτικό που σε οδήγησε σ αυτήν.
Όχι τι έκανες, αλλά γιατί το έκανες. Αυτό, χωρίς να θέλουμε να ισχυριστούμε πως «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Δεν μιλάμε για την πρόθεση αλλά για την… αιτιολόγηση μιας πράξης.

Ας έρθουμε στο θέμα μας με ένα ερώτημα.
Είστε υπέρ τού να ανοίγουν τα καταστήματα τις Κυριακές ή κατά; Τη δική μας γνώμη την ξέρετε γιατί το έχουμε συζητήσει και άλλη φορά το θέμα. Τώρα όμως θα πρέπει να πούμε και το σκεπτικό μας. Για ποιο λόγο είμαστε αντίθετοι με την κατάργηση της κυριακάτικης αργίας;

Πρώτα να σας πω μια ιστορία. Πριν από πολλά πολλά χρόνια, στα μέσα τις δεκαετίας του ‘80 έτυχε να επισκεφθώ την Σουηδία, η οποία, από τότε, αποτελούσε ένα πρότυπο για χώρες όπως η δική μας.

Ήταν πολλά τα πράγματα που με έκαναν να απομυθοποιήσω εκείνο το πρότυπο. Ένα από τα σημαντικότερα ήταν ο τρόπος με τον οποίο περνούσαν οι Σουηδοί τις Κυριακές τους.
Πήγαιναν σε κάποιο πολυκατάστημα «πάρκαραν» τα παιδιά τους στον παιδότοπο που υπήρχε εκεί, και περνούσαν τη μέρα τους… ψωνίζοντας.

Ή και χαζεύοντας απλώς. Η ουσία είναι ότι εκεί, μέσα στο πολυκατάστημα, θα έτρωγαν, θα έπιναν τον καφέ τους, θα έβλεπαν μια κινηματογραφική ταινία, όλα αυτά ως παράλληλες δραστηριότητες της κύριας, που ήταν η κατανάλωση.

Ο λόγος αυτός είναι που μας έκανε από τότε αντίθετους με την ιδέα να είναι ανοιχτή η αγορά και τις Κυριακές.
Προσέξετε, όχι τόσο για να «προστατευτούν» οι καταστηματάρχες και οι υπάλληλοι, όσο για να προστατευτούμε εμείς, οι πολίτες, και να μην… μετατραπούμε (ακόμη περισσότερο) σε καταναλωτές.

Γι’ αυτό και η «λογική» μας δεν μπορεί να έχει γενικευμένη χρήση, αφού, στις τουριστικές, ας πούμε, περιοχές, τα ανοικτά καταστήματα, επτά μέρες την εβδομάδα, δεκαέξι ώρες τη μέρα, απευθύνονται στους τουρίστες και όχι στον ντόπιο πληθυσμό.

Το άλλο πουλάκι:
Όταν ισχύει το ανάποδο;

Όταν δηλαδή χρησιμοποιείς ένα σκεπτικό προκειμένου να «προστατέψεις» τους καταστηματάρχες και τους υπαλλήλους, τότε τι γίνεται;
Τότε πέφτεις σε μια τεράστια αντίφαση και τρως την καζούρα, όπως την έπαθε το Συμβούλιο της Επικρατείας.

Το οποίο αποφάσισε την αναστολή της υπουργικής απόφασης που ήθελε την πιλοτική εφαρμογή της «κυριακάτικης αγοράς».
Όχι, είπε το ΣτΕ, δεν πρέπει να ανοίγουν τα καταστήματα Κυριακές, γιατί…

Εδώ έρχεται το σκεπτικό που λέγαμε. Το οποίο τινάζει στον αέρα όλη την απόφαση και προκαλεί γέλιο και ειρωνικά σχόλια. Ακούστε το:
Οι εργαζόμενοι τις Κυριακές θα υποστούν «δυσεπανόρθωτη ηθική βλάβη», επειδή θα «απολέσουν το δικαίωμα στην άσκηση της θρησκευτικής λατρείας». (!)

Αυτό είναι το ένα. Πρέπει, για να είμαστε ακριβείς και δίκαιοι, (όπως τα μέλη του ΣτΕ) να πούμε και τη συνέχεια.
«Δυσεπανόρθωτη ηθική βλάβη» θα υποστούν επίσης οι εργαζόμενοι τις Κυριακές από «την απώλεια της απολαύσεως τού από κοινού με την οικογένειά τους ελεύθερου χρόνου κατά την κοινή αργία της Κυριακής».

Δηλαδή οι υπάλληλοι και οι καταστηματάρχες από τη μια δεν θα μπορούν να πάνε κυριακάτικα στην εκκλησία και από την άλλη δεν θα μπορούν να πάρουν τα παιδιά τους να απολαύσουν από κοινού μια κυριακάτικη βόλτα σε κάποιο… πολυκατάστημα.
Αφού θα είναι κλειστά!

Κοιτάξτε τώρα τι παθαίνεις, όταν βάζεις ένα τέτοιο σκεπτικό.
Πρώτα πρώτα αφήνεις απ’ έξω μια μεγάλη κατηγορία εργαζομένων, οι οποίοι, λόγω της φύσης της δουλειάς τους δουλεύουν τις Κυριακές και τις εορτές. Οι ανθοπώλες, οι ζαχαροπλάστες, οι περιπτεράδες…

Φανταστείτε τι ηθική βλάβη έχουν υποστεί όλοι αυτοί που χάνουν τον κυριακάτικο εκκλησιασμό και που στερούνται της απολαύσεως τού από κοινού με την οικογένειά τους ελεύθερου χρόνου όλων των αργιών του έτους.
Πόσο… ανήθικοι άνθρωποι θα πρέπει να είναι όλοι αυτοί;

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Γιατί, οι παπάδες;

Αυτοί βέβαια δεν στερούνται τον εκκλησιασμό, αφού  για την τέλεση της λειτουργίας  είναι απαραίτητη η παρουσία τους, όμως δεν μπορούν να πάρουν την οικογένειά τους και να πάνε κάπου να απολαύσουν την κυριακάτικη αργία αφού, συνήθως, οι αργίες τους είναι κλεισμένες από μνημόσυνα, γάμους, βαφτίσεις κλπ.

«Δυσεπανόρθωτη ηθική βλάβη», λοιπόν, και οι ιερείς μας, σύμφωνα πάντοτε με το σκεπτικό της Ολομέλειας του ΣτΕ.
Βλέπετε πού οδηγεί το λάθος σκεπτικό; Τι να πει το ανώτατο δικαστήριο σε όλους αυτούς τους ανθρώπους; Πώς να τους εξαιρέσει από τον κανόνα που θέτει με την απόφασή του, ώστε να μην θεωρούνται… βλαμμένοι ηθικά;

Γι’ αυτό σας είπαμε, φίλοι μου. Την αργία της Κυριακής, καλώς ή κακώς, την κρίνουμε με οικονομικά κριτήρια (κριτήρια όχι φτηνά, αλλά της οικονομίας).
Ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι η κατάργησή της θα φέρει κάποια οφέλη στην οικονομία της χώρας, θα δημιουργήσει κάποιες θέσεις εργασίας, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι.
Τα θέλουμε; Αντισταθμίζουν αυτά τα οφέλη το βάρος της μετατροπής μας (ακόμη περισσότερο) σε καταναλωτές.

Είναι αυτό που φανταζόμαστε για τον ελεύθερο χρόνο μας;
Όσοι έχουμε κι όσο έχουμε;

Σκεπ(φ)τικό!

Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2014

140917 ΑΔΙΑΒΑΣΤΟ

Το ένα πουλάκι:
Ποιος ευθύνεται για τους νόμους;

Μου φαίνεται πως υπάρχει μια μεγάλη παρεξήγηση. Ίσως πάλι να μην είναι αυτό. Ίσως να φταίει το γεγονός ότι στην παρούσα βουλή υπάρχουν βουλευτές οι οποίοι στο μάθημα της Αγωγής του Πολίτη έκαναν κοπάνα.

Θυμόσαστε παλαιότερα που υπήρχε «φροντιστήριο» για τους νέους βουλευτές –τους νεοεκλεγέντες, έτσι;- όπου τους μάθαιναν κάποια βασικά πράγματα για τον τρόπο λειτουργίας της βουλής, για τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις τους; (Πόσα λεφτά παίρνουν, τι αποζημιώσεις δικαιούνται σε κάθε επιτροπή, τέτοια πράγματα κυρίως.)

Δεν ξέρω αν λειτουργεί ακόμη, φαίνεται πάντως πως κάποιοι βουλευτές είναι τελείως αδιάβαστοι. Ή είναι τόσο «στουρνάρια» που δεν έχουν μάθει ακόμη το «άλφα» των καθηκόντων τους, τον βασικό λόγο για τον οποίο τους έχει εκλέξει ο λαός (και τους αμείβει τόσο πλουσιοπάροχα, ας μην το ξεχνάμε) και τους έχει στείλει στη βουλή.

Δεν εξηγείται διαφορετικά.
Είδαμε βουλευτές να ανεβαίνουν στο βήμα και να μιλούν γεμάτοι οργή για νόμους που ψήφισαν οι ίδιοι.
Άλλοι πάλι να στρέφουν τα βέλη τους εναντίων των υπουργών που έφεραν τα νομοσχέδια προς ψήφιση και στο τέλος να τα ψηφίζουν μια χαρά.

Το χειρότερο;
Κάποιες «αδέσποτες» έπιασαν όχι τους υπουργούς αλλά τους υπηρεσιακούς παράγοντες των υπουργείων, τους υπαλλήλους δηλαδή, λες και εκείνοι είναι υπεύθυνοι για τα νομοσχέδια και τους νόμους και όχι οι βουλευτές που τα ψηφίζουν.

Βεβαίως αυτό το ξέρουμε από χίλιες δύο περιπτώσεις.
Εμείς οι Έλληνες είμαστε παγκόσμιοι πρωταθλητές στο άθλημα της μετακύλισης των ευθυνών, δεν μας πιάνει κανείς.
Δεν είναι τυχαία και η διαφήμιση με τον «πρόεδρο» που σπάζει το τζάμι με τη μπάλα και αμέσως δικαιολογείται «Εγώ; Ο Πίου το έκανε».

Πάντοτε φταίει κάποιος άλλος, ακόμη και σε περιπτώσεις που η αποκλειστική ευθύνη είναι δική μας, που αυτό το οποίο αποποιούμαστε είναι το αποτέλεσμα της δικής μας αποκλειστικά εργασίας.
Όπως οι νόμοι που ψηφίζονται από τους βουλευτές.

Το άλλο πουλάκι:
Γιατί τους ψηφίζουν;

Αυτό είναι ένα τεράστιο ζήτημα που έχει να κάνει με τον τρόπο με τον οποίο είναι δομημένο και λειτουργεί το πολιτικό μας σύστημα.
Εντός του οποίου, οι βουλευτές είναι «απλά πιόνια στη σκακιέρα της ζωής», όπως έλεγε για τον εαυτό του και ο καθυστερημένος «Μόγκο» στην αξέχαστη ταινία «Μπότες, σπιρούνια και καυτές σέλες».

Για το οποίο σύστημα όμως, αντί να ξεσηκωθούν και να φωνάξουν προκειμένου να αλλάξει –έστω κάτι- κάνουν το κορόιδο, αφού, στην πραγματικότητα, τους βολεύει μια χαρά.
Όλοι ξέρουμε ότι τα πιόνια ελάχιστες ευθύνες έχουν, ελάχιστα περιθώρια να κινηθούν, επομένως έχουν το κεφαλάκι τους ήσυχο.

Το γεγονός αυτό, το ότι οι βουλευτές μας δέχτηκαν ή αφέθηκαν να έχουν τον ρόλο, τις αρμοδιότητες αλλά και τις ευθύνες ενός απλού πιονιού, έδωσε σε κάποιους από αυτούς την εντύπωση ότι δεν έχουν καμιά απολύτως ευθύνη.
Ότι μπορούν να ψηφίζουν οτιδήποτε και μετά να ρίχνουν το φταίξιμο στον υπουργό που έφερε αυτό το οτιδήποτε στην βουλή, ή στους υπηρεσιακούς παράγοντες που το συνέταξαν.

Ξεχνούν ότι τα πιόνια, ανάλογα με την εξέλιξη της παρτίδας και τη θέση που προκύπτει στη σκακιέρα, έχουν κάποτε τεράστια δύναμη, καθορίζουν όλες τις εξελίξεις.
Για να μην αναφέρουμε και τη δυνατότητα να προαχθούν ακόμη και σε βασίλισσες, αν κατορθώσουν να φτάσουν στην τελευταία γραμμή.

Ίσως όμως κάποιοι αυτό ακριβώς να έχουν στο μυαλό τους. Ίσως να σκέφτονται μοναχά πώς να επιβιώσουν για να φτάσουν σώοι στην τελευταία γραμμή και να «προαχθούν».
Για να γίνει αυτό όμως πρέπει να εξακολουθήσουν να βρίσκονται στη σκακιέρα και αυτό το αποφασίζει μόνο ο λαός με την ψήφο του. Αλλά και ο πρωθυπουργός που θα τους κατεβάσει υποψήφιους!

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Έτσι εξηγείται η τραγικότητα της κατάστασής τους!

«Κανένας μας δεν θα επανεκλεγεί. Μας καταστρέφετε». Είναι τα λόγια μιας βουλευτού προς τον υπουργό κ. Γκίκα Χαρδούβελη, λόγια που εκφράζουν ακριβώς αυτή την τραγικότητα.
Ψηφίζουν τον ΕΝΦΙΑ, διότι δεν μπορούν να κάνουν διαφορετικά, αν δεν θέλουν να βρεθούν έξω από το μαντρί.

Καταριούνται τον ΕΝΦΙΑ και βρίζουν τους συντάκτες του, αν δεν θέλουν να «μαυριστούν» στις επόμενες εκλογές.
Προσπαθώντας όμως να κρατήσουν αυτές τις ισορροπίες το μόνο που καταφέρνουν είναι να γίνονται αστείοι και αποδεικνύονται άβουλα ανθρωπάκια.

Δεν είναι κακό. Άλλοι κάνουν πολύ πιο δυσάρεστα πράγματα για το μεροκάματο. Η διαφορά βέβαια είναι πως οι βουλευτές δεν βρίσκονται εκεί για το μεροκάματο –ή μήπως όχι;- αλλά για να υπηρετήσουν τον τόπο. Έτσι τουλάχιστον λένε όλοι, μηδενός εξαιρουμένου στα προεκλογικά τους φυλλάδια.

Έλα όμως που τον τόπο δεν τον υπηρετείς κάνοντας κι αυτό κι εκείνο, πατώντας σε δύο βάρκες, ψηφίζοντας κάτι και βρίζοντάς το, αλλά τον υπηρετείς όταν κάνεις εκείνο που θεωρείς σωστό. Κι ας υποστείς τις όποιες συνέπειες. Άλλωστε, τι είσαι εσύ, ένα απλό πιόνι, μπροστά στο συμφέρον του συνόλου.

Βλέπετε όμως πολλούς βουλευτές να φέρονται αναλόγως;
Πώς είπατε; Α, ναι το ξέχασα! Υπάρχει και η περίπτωση το συμφέρον, της χώρας να ταυτίζεται με την παραμονή τους στη βουλή. Με όποιο κόστος!

Θέατρο. Κακό θέατρο!


Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2014

140916 ΘΕΣΜΙΚΟ

Το ένα πουλάκι:
Κι εμείς εδώ είμαστε.

Όχι τίποτε, απλώς δίνουμε το παρών, τώρα που συζητιέται τόσο έντονα το θέμα του Προέδρου της Δημοκρατίας. Δεν ξέρεις καμιά φορά…
Εδώ γίνεται λόγος για τον πρώτο τυχόντα. Όποιον θυμηθεί ο καθένας τον προτείνει και έχει ο Θεός.

Κάποιοι έχουν ξεκαθαρίσει τη θέση τους. Δεν ενδιαφέρονται να… υπηρετήσουν το θεσμό. Δεν τους ταιριάζει ή δεν ταιριάζουν αυτοί σ’ εκείνον.
Άλλοι τον καλοβλέπουν. Σου λέει «γιατί όχι;». Εδώ τόσοι και τόσοι πέρασαν και αποδείχθηκαν και καλοί. Γιατί όχι κι εμείς.

Μη ξεχνάτε πως ένας από τους πιο πετυχημένους Προέδρους, ο Κωστής Στεφανόπουλος, όταν κλήθηκε να αναλάβει τη θέση ήταν ίσως λίγο πιο γνωστός και δημοφιλής από εμάς. Ελάχιστα όμως.

Εξάλλου, έτσι όπως προβλέπονται οι διαδικασίες για την εκλογή Προέδρου, δεν χρειάζεται και να σε θέλουν όλοι, αρκεί να σε ψηφίσει το πρώτο κόμμα που θα προκύψει από τις εθνικές εκλογές, μετά την αποτυχία συγκέντρωσης 180 ψήφων από την παρούσα βουλή, στο πρόσωπο κάποιου υποψηφίου.

Αξίζει όμως να δούμε πώς υπηρετούν τον θεσμό του Προέδρου όλα αυτά τα σενάρια ή κατά πόσο εξυπηρετούν χρησιμοποιώντας το θεσμό άλλα μικροκομματικά συμφέροντα, ενώ συγχρόνως όλοι κόπτονται για το κύρος του.

Θα μου πείτε είναι μικροκομματικό συμφέρον το να προκληθούν εκλογές όσο πιο σύντομα γίνεται, έστω και χρησιμοποιώντας την εκλογή (μη εκλογή) Προέδρου;
Όχι, αν υποθέσουμε πως ο ΣΥΡΙΖΑ πιστεύει πραγματικά ότι η χώρα βρίσκεται σε απελπιστική κατάσταση και πως «η κάθε μέρα (που αργεί να έρθει το κόμμα στην εξουσία) μετράει».

Είναι όμως έτσι;
Μόλις προχθές διαβάσαμε σοβαρή έρευνα η οποία δείχνει ότι οι Έλληνες είμαστε σήμερα πολύ πιο αισιόδοξοι για τα οικονομικά και το μέλλον του τόπου απ’ ό,τι πριν από ένα χρόνο.
Αν αυτό το κλίμα συνεχιστεί (σου λέει ο ΣΥΡΙΖΑ) πού θα φτάσουμε μέχρι να έρθει η ώρα των εκλογών; Θα μας γυρίσουν την πλάτη όχι μόνο τα «κινήματα» -τα οποία πού πήγαν;- αλλά και οι πρόσκαιροι ψηφοφόροι.

Το άλλο πουλάκι:
Εδώ στηρίζεται και ο Σαμαράς!

Τον οποίο μη φανταστείτε ότι τον έχει πιάσει καμιά μεγάλη ευαισθησία για τον θεσμό του Προέδρου. Το πώς θα επανεκλεγεί το κόμμα του και ο ίδιος τον ενδιαφέρει και απλώς χρησιμοποιεί την προεδρική εκλογή για να απομακρύνει το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών.

Έχει κι έναν γερό «σύμμαχο», τον οποίο υπονοεί στις κατά καιρούς δηλώσεις του. Είναι ο φόβος πολλών βουλευτών ότι δεν θα επανεκλεγούν, επομένως, όσο περισσότερο παραμείνει η παρούσα κυβέρνηση, τόσο το καλύτερο γι’ αυτούς.

Είναι η λογική τού κρατάμε τα σίγουρα και μετά βλέπουμε. Έτσι κι αλλιώς, αν είναι να επανεκλεγούμε, αυτό μπορεί να συμβεί και το 2016, οπότε θα έχουμε και άλλα τέσσερα χρόνια μπροστά μας να… προσφέρουμε στον τόπο.
Ξέρω τι θα μου πείτε. Καλά, και το συμφέρον της χώρας, το οποίο, ως γνωστόν, ταυτίζεται με το συμφέρον της παράταξης;

Ε, εδώ έρχονται κάτι δημοσκοπήσεις όπως αυτή που αναφέραμε πριν, οι οποίες βοηθούν τις συνειδήσεις κάτι τέτοιων βουλευτών να διώχνουν τις τύψεις που ίσως τους ενοχλούν, από το γεγονός ότι σκέφτονται πρωταρχικά την τσέπη τους.
Αφού και ο λαός δεν θέλει εκλογές κι αφού τα πράγματα πηγαίνουν προς το καλύτερο…

Στο σημείο αυτό όμως ας αφήσουμε τους βουλευτές κι ας ασχοληθούμε με τις ηγεσίες των κομμάτων, προκειμένου να εντοπίσουμε μια ενδιαφέρουσα αντίφαση στις κατηγορίες που εκτοξεύουν ο ένας στον άλλο.
Ποιες κατηγορίες; Ότι δεν ενδιαφέρονται για τον ύψιστο θεσμό του ανώτατου αξιώματος της χώρας.

Ο ένας διακήρυξε πως δεν πρόκειται να ψηφίσει κανέναν, ακόμη κι αν οι αντίπαλοι προτείνουν μέλος του κόμματός του, «ακόμα και τον Θεό τον ίδιο», όπως δήλωσε κάποιο στέλεχος.
Αυτές οι δηλώσεις και η πολιτική συμπεριφορά που τις ακολουθεί, υποτίθεται ότι υπονομεύουν τον θεσμό.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Τι κάνει όμως η άλλη πλευρά;

Προσπαθεί να βρει και να προτείνει για το αξίωμα κάποιον, οποιονδήποτε, που να μπορεί να συγκεντρώσει 180 ψήφους και να εκλεγεί. Προσοχή, το μυστικό δεν βρίσκεται στο «κάποιον», αλλά στον «οποιονδήποτε».

Αν δηλαδή μιλούσαμε για μια προσωπικότητα αναγνωρισμένη και καταξιωμένη, τέτοια πού να την ήθελαν πολλοί για Πρόεδρο, τότε απλώς θα γινόταν αυτό που λέει και το πνεύμα του Συντάγματος. Ο Πρόεδρος να εκφράζει μια μεγάλη πλειοψηφία.

Εδώ όμως ψάχνουν όχι για κάποιον που να θέλουν και οι υπόλοιποι (κάποιοι από τους υπόλοιπους) βουλευτές να τον ψηφίσουν, αλλά για κάποιον που να μην μπορούν να αρνηθούν να τον ψηφίσουν.
Έχει διαφορά; Τεράστια.

Η πλειοψηφία δηλαδή είναι πιθανόν να προτείνει κάποιον που, υπό κανονικές συνθήκες, δεν θα τον ψήφιζε ούτε η ίδια, τώρα όμως τον χρησιμοποιεί προκειμένου να μαζέψει και να αθροίσει τις ψήφους άλλων κομμάτων, έτσι ώστε να συμπληρωθεί το μαγικό 180.

Αυτό κι αν είναι υπονόμευση του θεσμού.
Έτσι, λοιπόν, το σκεφτήκαμε κι εμείς από εδώ, το σκεφτήκαμε από εκεί και είπαμε να… κάνουμε αισθητή την παρουσία μας –ποτέ δεν ξέρεις.
Εξάλλου, καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή!

Γιατί αυτοί και όχι εμείς;

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2014

140915 ΦΕΣΤΙΒΑΛΙΚΟ

Το ένα πουλάκι:
Όπως η αγάπη!

Θυμόσαστε τον στίχο του συγχωρεμένου του Μανώλη Ρασούλη; «Οι κυβερνήσεις πέφτουνε, μα η αγάπη μένει».
Παρένθεση. Τώρα θυμήθηκα και τον ομώνυμο δίσκο, ως αντικείμενο εννοώ, κι έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να τον ανακαλέσουμε στη μνήμη μας, αφού μας έρχεται από το μακρινό 1981.

Μια φωτογραφία, λοξά τοποθετημένη στο «κάδρο», που δείχνει το κτήριο της Βουλής και μπροστά τους δημιουργούς του δίσκου να συνομιλούν κρατώντας θήκες με μουσικά όργανα, τον Χρήστο Νικολόπουλο, τον Μανώλη Ρασούλη και τον Δημήτρη Κοντογιάννη.

Κάτω από τον τίτλο του δίσκου «Οι κυβερνήσεις πέφτουνε μα η αγάπη μένει» γράφει: με τον Δημήτρη Κοντογιάνη / και τη Γλυκερία σ’ ένα τραγούδι / συμμετέχει φιλικά ο Γιώργος Νταλάρας.
Έτσι όπως είναι χωρισμένη η φράση σε μπερδεύει λίγο και δεν ξέρεις αν η Γλυκερία είναι σε ένα τραγούδι ή απλώς συνοδεύει τον Δημήτρη Κοντογιάννη και ο Γιώργος Νταλάρας συμμετέχει φιλικά σε ένα τραγούδι!

Ποια είναι η ουσία;
Το τραγούδι αυτό «του Νταλάρα» είναι ο τίτλος του δίσκου και το μόνο που έγινε πραγματικά μεγάλη επιτυχία. Τα υπόλοιπα παρέμειναν στην αφάνεια, εκτός ίσως από το «Άιντε μάτια μου γλυκά» που το έκανε αργότερα γνωστό η Γλυκερία από τις ζωντανές (λάιβ) εκτελέσεις της.

Ποιο είναι το (ηθικό) δίδαγμα αυτής της ιστορίας;
Ότι κάποιοι κάνουν τη δουλειά και κάποιοι άλλοι εκμεταλλεύονται τις καταστάσεις κάνοντας σωστές επιλογές ή απλώς ευρισκόμενοι την κατάλληλη στιγμή στην κατάλληλη θέση.
Άσχετο; Καθόλου, αν σας πω από πού ξεκίνησε η σημερινή μας κουβέντα. Ήθελα να σχολιάσω (και να πανηγυρίσω) την έναρξη του Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους.

Το Φεστιβάλ (μας) λοιπόν, είναι όπως η αγάπη. Οι (τοπικές) κυβερνήσεις πέφτουνε, οι δήμαρχοι έρχονται και παρέρχονται όμως εκείνο μένει.

Και αυτό αν θέλετε είναι ένα από τα κριτήρια μέτρησης της αξίας ενός θεσμού… Όταν καταφέρνει να καθιερωθεί και συνεχίζει την πορεία του, χωρίς να επηρεάζεται από τις αλλαγές των «υπευθύνων» - η λέξη σε εισαγωγικά.

Το άλλο πουλάκι:
Θυμόσαστε;

Τον Νοέμβριο του 1978, όταν πραγματοποιήθηκε το 1ο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους της Δράμας, δήμαρχος της πόλης ήταν ο Αναστάσιος Μακρής, ο οποίος μόλις είχε εκλεγεί για δεύτερη θητεία νικώντας στην επαναληπτική αναμέτρηση τον αντίπαλό του Γιάννη Περβανίδη.

Έκτοτε, οι πιστοί φίλοι και οι τακτικοί επισκέπτες του φεστιβάλ γνώρισαν αρκετούς δημάρχους. Τον Σωκράτη (έτσι, χωρίς επίθετο), τον Τζίμα, τον Μαργαρίτη (όχι τον προηγούμενο αυτός, είναι άλλος, μην τους συγχέετε), τον Χαρακίδη και τώρα τον Μαμσάκο.

Κοντά σ’ αυτούς ένα σωρό άλλοι, αντιδήμαρχοι, σύμβουλοι, ειδικοί συνεργάτες που, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ήρθαν σε επαφή με το φεστιβάλ, άφησαν κι αυτοί ένα «ίχνος», μικρότερο ή μεγαλύτερο, στην ιστορία του θεσμού.
Οι περισσότεροι το έκαναν από καθήκον κι από ανάγκη, περισσότερο ίσως από την  ανάγκη να προβληθούν, παρά από καθήκον.

Πόσοι από αυτούς αγάπησαν πραγματικά τον κινηματογράφο και το φεστιβάλ; Πόσοι το παρακολούθησαν με ενδιαφέρον, στάθηκαν κοντά του πριν εκλεγούν και μετά τη λήξη της θητείας τους;
Αν κρατάτε αρχείο, πάρτε να διαβάσετε τα μηνύματα των δημάρχων που, χρόνια τώρα, λένε -λίγο πολύ- τα ίδια. Για την αξία του θεσμού, για τη σημασία του για τη πόλη η οποία τον έχει αγκαλιάσει κ.λπ., κ.λπ.

Τα ίδια όμως λέμε κι εμείς, χρόνια τώρα. Πως το φεστιβάλ χρειάζεται κατάλληλους χώρους για την πραγματοποίησή του, πως, παρόλο τον εμπλουτισμό του με προφεστιβαλικές και παράλληλες εκδηλώσεις, δεν κατόρθωσε ποτέ να γίνει η γιορτή της πόλης, το κέντρο ενδιαφέροντος των Δραμινών.

Πως το φεστιβάλ εξακολουθεί -δυστυχώς- να παραμένει μια «εισαγόμενη» γιορτή, που αφορά κυρίως (αν δεν φοβόμουν μη γίνω ακραίος, θα έλεγα αποκλειστικά) τους επισκέπτες και τους καλεσμένους του.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Αυτό ενέχει έναν κίνδυνο.

Όταν μια πόλη δεν αποτελεί παρά τον χώρο φιλοξενίας ενός θεσμού, τότε είναι πολύ εύκολο αυτός ο χώρος να αντικατασταθεί από κάποιον άλλο, ο οποίος μάλιστα θα έχει καλύτερες προδιαγραφές και θα προσφέρει καλύτερες λύσεις σε θέματα μετακίνησης, διαμονής, λειτουργίας κ.λπ.

Ένα αποκεντρωμένο φεστιβάλ δεν μπορεί να αποτελεί αυταξία απλώς ως τέτοιο. Υπάρχουν (και να είστε βέβαιοι πως, όταν έρθει η ώρα, θα βρεθούν) πολλοί προσφερόμενοι… χώροι αποκέντρωσης, εξάλλου η αποκέντρωση έχει νόημα όταν πληροί δύο σημαντικές προϋποθέσεις.

Πρώτα πρώτα πρέπει να παρέχει στον θεσμό πράγματα που δεν τα βρίσκει στο «κέντρο», έστω κι αν αυτά είναι οι τα μικρά μεγέθη, το φυσικό περιβάλλον, οι διαφορετικοί ρυθμοί, οι πιο φιλόξενοι και ζεστοί άνθρωποι...

Προσοχή, όλα αυτά, που η πόλη μας τα διαθέτει πλουσιοπάροχα, όπως τουλάχιστον δηλώνουν οι επισκέπτες τού φεστιβάλ, μπορούν μόνο ως ένα σημείο να καλύψουν την απουσία των απαραίτητων υποδομών, σε καμιά περίπτωση να τις αντικαταστήσουν.

Θα πρέπει όμως επιπλέον, ο τόπος που το φιλοξενεί να αποκτήσει ισχυρότατους θεσμούς μ’ αυτό, πέρα από εκείνον της παράδοσης, δηλαδή του γεγονότος ότι εκεί ξεκίνησε και εκεί λαμβάνει χώρα, χρόνια τώρα.

Όπως λένε και οι αθλητικογράφοι «οι παραδόσεις είναι για να σπάνε» και μπορεί πολύ εύκολα να συμβεί αυτό, αν βρεθεί κάποιος καλύτερος, δηλαδή πιο καταφερτζής και μάλιστα σε… καλύτερη μέρα.

Εκείνοι που δεν σπάζουν εύκολα είναι οι ουσιαστικοί δεσμοί.
Μπορούμε να δημιουργήσουμε τέτοιους;
Καλή αρχή!



Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2014

140912 ΣΧΟΛΙΚΟ

Το ένα πουλάκι:
Καλή χρονιά!

Δεν το λέμε σ’ εσάς, ρε μαντράχαλοι, στα παιδάκια το λέμε που σήμερα αρχίζουν τα σχολεία τους, τα μαθήματα δηλαδή, αφού χθες τελέστηκε ο Αγιασμός και πήραν τα βιβλία, που θα τα μελετούν όλο το φετινό «διδακτικό έτος».

Από σήμερα τα κεφάλια μέσα. Τους περιμένει ένας δύσκολος χειμώνας, όπως είναι όλοι οι χειμώνες των μαθητών, που, ομολογουμένως, είναι οι σκληρότερα εργαζόμενοι Έλληνες.
Από τους πιο μικρούς, τα πρωτάκια του δημοτικού, μέχρι τους τελειόφοιτους του Λυκείου.

Διότι, δεν είναι μόνο τα μαθήματα του Σχολείου -ας πούμε ότι αυτά παλεύονται. Είναι από πάνω και όλες οι άλλες οι «δραστηριότητες», που μπορεί να έχουν ή να μοιάζουν ότι έχουν τη μορφή παιχνιδιού –όχι πάντα- σίγουρα όμως δεν είναι το ξένοιαστο καλοκαιρινό παιχνίδι.

Υπάρχει ο καθορισμένος χρόνος, το βλέμμα του προπονητή, κυρίως όμως ο γονιός στην κερκίδα που αδημονεί να δει το βλαστάρι του πρωταθλητή. Αυτή την πίεση την αισθάνονται εντονότατη τα παιδιά κι ας κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν.

Φανταστείτε, ας πούμε, ένα εξάχρονο, επτάχρονο παιδί, που πηγαινοέρχεται στην πισίνα βλέποντας μόνο τα πλακάκια του πατώματος και ακούει τη φωνή του προπονητή να του υπενθυμίζει πώς να εκτελεί σωστά το στυλ στο οποίο προπονείται.

Όταν βγάλει το κεφάλι και στρέψει το βλέμμα στην κερκίδα συναντά τον πατέρα ή τη μητέρα του να του κάνει νοήματα να προσπαθήσει πιο πολύ γιατί οι άλλοι θα το περάσουν. Πόσο ευχάριστη, πόσο διασκεδαστική μπορεί να είναι μια τέτοια «δραστηριότητα», και πώς μπορεί να συγκριθεί με τις βουτιές από τα βράχια με όλη την τσακαλοπαρέα των διακοπών;

Ας αφήσουμε όμως τα αθλήματα κι ας γυρίσουμε στον ύψιστο αγώνα, εκείνον που δίνει το παιδί μέσα στο σχολείο.
Ένα Σχολείο που υποτίθεται ότι είναι εκεί για να του μάθει να συνεργάζεται, να βοηθά τους συμμαθητές του, να λειτουργεί ομαδικά και να αποδέχεται όλους τους άλλους.

Ένα σχολείο που θα το ενθαρρύνει να δοκιμάζει νέα πράγματα κι ας κάνει λάθος, που θα καλλιεργήσει όλα τα χαρίσματά του, που θα του μάθει να σκέφτεται διαφορετικά, να αναζητά εναλλακτικές λύσεις, να χαράζει νέους δρόμους, δικές του διαδρομές…

Το άλλο πουλάκι:
Εμένα μου λες;

Το Σχολείο, δυστυχώς, έχει καταντήσει ένας χώρος σκληρού ανταγωνισμού, έντονης προσπάθειας για διάκριση, ανελέητου ατομισμού.
Ο καθένας, το κάθε παιδάκι είναι μόνο του απέναντι στα άλλα, φοβισμένο μη τυχόν και κάνει κάποιο λάθος, αγωνιώντας μήπως κάνει κάτι που δεν πρέπει.

Προσέξτε! Όχι επειδή θα τιμωρηθεί, τα παιδιά πολύ γρήγορα συνειδητοποιούν πως στο Σχολείο κανείς δεν τιμωρείται για τίποτε.
Η αγωνία του, που δυστυχώς δεν φαίνεται διά γυμνού οφθαλμού, είναι μήπως απογοητεύσει όλους εκείνους που έχουν «ποντάρει» στην επιτυχία του.

Κι εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση.
Το παιδί προσπαθεί να επιτύχει σ’ ένα σύστημα όπου όμως η επιτυχία δεν επιβραβεύεται όπως θα της άξιζε.
Το σύστημα είναι (γίνεται) συγχρόνως και ανταγωνιστικό και χαλαρό. Και αναζητά τους «νικητές» και επιβραβεύει τους «χαβαλέδες».

Απαιτεί σκληρή δουλειά, όμως στο τέλος βάζει εργατικούς και αδιάφορους στο ίδιο τσουβάλι. Πιέζει για αποτελέσματα, αλλά χαρίζεται σε όσους αγνοούν την πίεση και είναι «χαλαροί». Απαιτεί πειθαρχία, έχει αυστηρούς κανόνες, όμως δεν τιμωρεί τους απείθαρχους και, συχνά, επιβραβεύει τους παραβάτες.

Πώς τα καταφέρνει. Πώς μπορεί να ισορροπεί ανάμεσα σε τόσο μεγάλες αντιφάσεις;
Φυσικά δεν φταίει το Σχολείο, το σχολείο είμαστε εμείς, όλοι οι λεγόμενοι «εμπλεκόμενοι φορείς», από το Υπουργείο Παιδείας και τους δασκάλους μέχρι την τοπική κοινωνία και τους γονείς.

Επειδή όλοι, με τον ένα ή άλλο τρόπο έχουμε σχέση με το Σχολείο, έχουμε και άποψη, η οποία απαιτούμε να έχει την ίδια ισχύ με εκείνη των πλέον ειδημόνων.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Κάναμε τον μύλο του Χότζα!

Καταλήξαμε να έχουμε ένα Σχολείο που δεν έχει στόχο δεν μπορεί να βάλει κάπου τον πήχη, ώστε οι προσπάθειες όλων, αλλά κυρίως των παιδιών, να έχουν νόημα.
Το έχουμε ξαναπεί. Φτιάξαμε ένα σχολείο που παίρνει το παιδάκι στην ηλικία των τεσσάρων ετών και το παραδίδει στην κοινωνία μετά από δεκατέσσερα χρόνια, χωρίς να ξέρουμε τι ακριβώς θέλει να το κάνει.

Ποιος είναι ο στόχος; Προς τι όλα αυτά; Ποιο είναι το πρότυπο στο οποίο προσπαθώ να μοιάσω; Τι είδους άνθρωπος θέλω να είναι αυτός που θα περάσει μέσα από το εκπαιδευτικό σύστημα και θα βγει από το Σχολείο.

Πολύ σωστά επεσήμανε κάποιος «ειδικός» πως, αν παρατηρήσει ένας εξωγήινος το εκπαιδευτικό σύστημα θα διαπιστώσει πως αυτό λειτουργεί με στόχο να βγάζει… καθηγητές πανεπιστημίου, αυτό θεωρείται το ανώτερο είδος, το καλύτερο «προϊόν» που μπορεί να παραχθεί από το Σχολείο.

Γιατί; Ποιος το όρισε αυτό; Ποιος έβαλε την ακαδημαϊκή γνώση στην κορυφή, στο ύψιστο σκαλί του βάθρου;
Το ίδιο το σύστημα που σχεδιάστηκε από ακαδημαϊκούς; Οι απαιτήσεις της κοινωνίας που τους θεωρεί ό,τι καλύτερο διαθέτει;

Πολλά τα προβλήματα, περισσότερα τα ερωτήματα, ανύπαρκτες οι απαντήσεις.
Δυστυχώς!

Καλή αρχή, παιδάκια!