ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Σεπτέμβριος 2019. Συμπληρώθηκαν είκοσι συναπτά έτη από τη μέρα που αποφασίσαμε να σχολιάζουμε σε καθημερινή βάση τον κοινωνικό και πολιτικό μας βίο. Αυτός ο κύκλος έκλεισε. Δείτε εδώ το αποχαιρετιστήριο κείμενο.

Πάμε για άλλα; Ποιος ξέρει;

Τρίτη 17 Μαρτίου 2015

150316 ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΟ

Το ένα πουλάκι:
Λάθος οπτική.

Θα έχετε παρατηρήσει ίσως ότι τόσο διάστημα δεν ασχοληθήκαμε καθόλου με τις εμφανίσεις του υπουργού Οικονομικών κυρίου Βαρουφάκη. Δεν είναι τυχαίο. Ήταν μια πολύ συνειδητή επιλογή μας να αφήσουμε έξω από τη συζήτηση το ντύσιμό του, με το οποίο ασχολήθηκε όλος ο κόσμος, και τις συχνότατες εμφανίσεις του στα Μέσα.

Εμείς, σας το είπαμε από την αρχή, άσπρος γάτος, μαύρος γάτος, ποντίκια να πιάνει! Υπάρχει όμως ένα θέμα που θα θέλαμε να το αναδείξουμε. Αν ο γάτος κάθεται όλη  μέρα και χτενίζει το τρίχωμά του για να είναι πιο λαμπερό, αν περνά την ώρα του παίζοντας με τα παιδάκια του σπιτιού, πότε θα κυνηγήσει τα ποντίκια;

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Είπαμε ότι το ντύσιμο δεν μας ενδιαφέρει. Μπορεί σημειολογικά να δείχνει πολλά πράγματα, μπορεί να κάνει κάποιον να φαίνεται πιο κουλ, πιο αντικομφορμίστας, πιο κάτι τελοσπάντων, όμως δεν αξίζει να το σχολιάζουμε.
Μπορεί να έχουμε άποψη για το ντύσιμο γενικώς, μπορεί να μας αρέσει ή να μη μας αρέσει το συγκεκριμένο, όμως αυτό δεν πρέπει να μας απασχολεί, τουλάχιστον στη φάση που βρισκόμαστε ως χώρα.

Ύστερα είπαμε για τις συχνότατες εμφανίσεις του κυρίου Βαρουφάκη στα διάφορα ΜΜΕ. Ούτε κι αυτές αξίζει να τις σχολιάσει κανείς –δεν εννοώ ως προς το περιεχόμενό τους- μιλάμε για τη συχνότητα.
Ας δεχτούμε ότι κινούνται μέσα στο πλαίσιο της δημοσιοποίησης των κυβερνητικών θέσεων τόσο στο κοινό που βρίσκεται εντός όσο και σε εκείνο εκτός χώρας.

Αυτά τα αφήσαμε και πέρασαν. Ένα σωρό άλλοι σχολιαστές μιλούσαν για «ροκ σταρ», αλλά και για αυταρέσκεια, για υπέρμετρο ναρκισσισμό, όμως εμείς δεν ασχοληθήκαμε. Στο κάτω κάτω εδώ αυτάρεσκοι και ναρκισσιστές γινόμαστε εμείς, όχι ένας Βαρουφάκης.
Τις ανθρώπινες αδυναμίες πρέπει να τις κατανοούμε. Μη ξεχνάτε ότι βρισκόμαστε και στη Μεγάλη Σαρακοστή.

Το πράγμα όμως με την τελευταία «εμφάνιση» του κυρίου Βαρουφάκη είναι διαφορετικό. Όταν λέω τελευταία εννοώ εκείνη για το περιοδικό Paris Match, γιατί, εν τω μεταξύ, όσο εμείς τα συζητάμε, μπορεί να υπήρξαν και μερικές ακόμη εμφανίσεις που δεν τις προλάβαμε.

Το άλλο πουλάκι:
Τι το διαφορετικό υπήρχε σ’ αυτή;

Εδώ ο διάσημος φωτογράφος Baptiste Giroudon φωτογραφίζει τον κύριο Βαρουφάκη μετά της συζύγου του στο σπίτι τους, σε ενσταντανέ που μπορεί να ενδιαφέρουν τους αναγνώστες του Paris Match, δεν θα έπρεπε όμως να απασχολούν τον υπουργό Οικονομικών μιας χώρας που βρίσκεται στα πρόθυρα κατάρρευσης.

Να εξηγηθώ.
Και θα έρθω να διαφωνήσω (εντάξει, να διαχωρίσω τη θέση μου) από άλλους σχολιαστές οι οποίοι έπιασαν το θέμα από διαφορετική σκοπιά. Εστίασαν στο γεγονός ότι ο κύριος Βαρουφάκης είναι υπουργός μιας χώρας σε «βαθειά ανθρωπιστική κρίση», σύμφωνα με εκτιμήσεις της κυβέρνησής του.

Οπότε, είπαν, μπορεί ο ίδιος και η σύζυγος του να έχουν μια (μεγάλη) οικονομική άνεση, είναι όμως προκλητικό να την επιδεικνύουν με τέτοιο τρόπο. (Στο επιχείρημα αυτό οι σχολιαστές επικαλέστηκαν και άλλες φωτογραφίσεις του ζεύγους στο εξοχικό τους κ.λπ.)

Το θέμα, κατά την άποψή μας, βρίσκεται αλλού: Είναι ώρα για τέτοια;
Εδώ ο κόσμος καίγεται, εδώ ψάχνουμε μήνα με το μήνα να βρούμε τους μισθούς και τις συντάξεις, εδώ τα γεγονότα τρέχουν και ο χρόνος (μας) μένει πίσω, εδώ υποτίθεται ότι ψάχνουμε προτάσεις και λύσεις, εδώ, κατά το κοινώς λεγόμενο, έχουμε φωτιά στα μπατζάκια μας και καθ’ ύλην αρμόδιος να βρει διέξοδο έχει χρόνο (και κέφια) για χαριτωμενιές, αγκαλίτσες, πλατειά χαμόγελα και πόζες μπροστά στις κάμερες;

(Σας προειδοποιώ. Μην μου πείτε ότι προσπαθεί να δώσει την εικόνα ξεγνοιασιάς που χρειάζονται οι πολίτες προκειμένου να μην πανικοβληθούν από όσα ακούγονται κάθε μέρα, γιατί θα σας ορμήσω.)

Εδώ ακριβώς, λοιπόν, βρίσκεται το θέμα: ένας άλλος στη θέση του θα έλεγε στο περιοδικό και τον φωτογράφο «ευχαριστώ για την πρόταση, όμως είμαι πολύ απασχολημένος αυτόν τον καιρό» και θα ζητούσε να του στείλουν τις ερωτήσεις στις οποίες θα απαντούσε, αν θεωρούσε ότι έπρεπε κάτι να πει.
Ο ίδιος θα μάθατε τι είπε. Οι συγκεκριμένες φωτογραφίες δεν ταιριάζουν με την αισθητική του ή κάτι τέτοιο. Με τη δικιά μας να δεις!

Και ένα τρίτο πουλάκι:
«Ένας άλλος»…

Αλήθεια, φαντάζεστε να είχαμε δείγματα μιας ανάλογης συμπεριφοράς από -ποιον να πω;- ας πούμε τον Γιώργο Παπανδρέου;
Θα έπεφταν επάνω του όλοι να τον φάνε. Όμως η αντιμετώπιση του κυρίου Βαρουφάκη είναι εντελώς διαφορετική. Βλέπετε, αυτός μας κάνει περήφανους.
Ε, λοιπόν, σας πληροφορώ ότι προσωπικά δεν αισθάνομαι καθόλου εθνικά υπερήφανος όταν βλέπω τέτοια (θα την πω τη λέξη, γιατί μ’ αρέσει πολύ) τέτοια… μαϊμουτζιλίκια.

Στο νου μου όμως μου έρχεται κάποιος παραλληλισμός και θα σας τον εκμυστηρευτώ. Στη χώρα μας, το να είσαι στην Αριστερά (ή με την Αριστερά) είναι σαν να έχεις αναμμένα τα αλάρμ. Μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις και είσαι πάντα δικαιολογημένος. «Δεν βλέπεις τα αλάρμ, ρε μ…λ…κ…;» σου λέει ο άλλος και σε βάζει στη θέση σου, αν τολμήσεις να του πεις ότι αυτό που κάνει δεν είναι σωστό.

Θα κλείσω με μια παρατήρηση. Κι ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας έχει μια σύζυγο την οποία είδαμε όλο κι όλο σε μια φωτογραφία κατά την ορκωμοσία στη Βουλή.
Τι να πούμε;

ΦΩΤΟΤΕΛΕΙΑ!

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2015

150316 ΠΛΕΚΤΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Μια φράση… σύμβολο.

Αν θέλαμε να αναζητήσουμε μια φράση, η οποία να δείχνει με τον πιο γλαφυρό τρόπο ό,τι συμβαίνει στην ελληνική κοινωνία τις τελευταίες δεκαετίες, αυτή θα ήταν η εξής:
«Έλα, μωρέ, και τι έγινε;»

Η φράση αυτή συγκεφαλαιώνει όλο τον οχαδελφισμό, όλη την αδιαφορία μας για θεσμούς, για αξίες, για διαδικασίες, για οτιδήποτε μπορεί να στηρίξει αυτό το οικοδόμημα που προσπαθούμε (υποτίθεται) να φτιάξουμε όλοι μαζί και να ζήσουμε μέσα του.

Ποια είναι η εικόνα; Κανείς δεν ενδιαφέρεται για τίποτε, εκτός αν θίγονται προσωπικά ή οικογενειακά του συμφέροντα. Αν δεν συμβαίνει αυτό, αν το ζήτημα αφορά τρίτους ή γενικότερα την κοινωνία, δεν δίνουμε δεκάρα. (Ας πούμε, λεπτό, για να μη το γρουσουζεύουμε. Βρισκόμαστε και σε κρίσιμη φάση!)

Χαρακτηριστικό αποτέλεσμα αυτής της συμπεριφοράς είναι το γεγονός ότι «πέφτουμε από τα σύννεφα», μόλις πληροφορούμαστε κάτι που συνέβαινε δίπλα μας και που, κανονικά, θα έπρεπε όλοι οι άλλοι να πέφτουν από τα σύννεφα, που δεν το είχαμε αντιληφθεί και δεν κάναμε τίποτε γι’ αυτό τόσον καιρό.

Αν το ψάξουμε θα δούμε ότι λειτούργησε αυτό το «έλα, μωρέ, και τι έγινε;» αφού ούτε τυφλοί, ούτε κουφοί είμαστε. Απλώς έχουμε διαπαιδαγωγηθεί στην αδιαφορία, στο «κοίτα τη δουλειά σου», στο «δε βαριέσαι»… Βέβαια, για να λέμε και του στραβού το δίκιο, είναι πλέον πολύ δύσκολο να βάζεις «κόκκινες γραμμές», να έχεις δηλαδή όρια τα οποία θεωρείς απαραβίαστα.

Ο λόγος είναι πως τα «στραβά κι ανάποδα» πολλαπλασιάζονται με τέτοια ταχύτητα που, αν πεις να ενοχλείσαι και να αντιδράς σε όλα, τότε σίγουρα θα οδηγηθείς στην τρέλα. Άσε που μόλις δείξεις ότι ενοχλείσαι, ακόμα και μ’ εκείνα που θεωρείς σοβαρά, γίνεσαι ο περίεργος, το ψώνιο, ο μίζερος…

Θέλετε ένα απλό παράδειγμα; Είναι πολλοί εκείνοι που ενοχλήθηκαν με τον βανδαλισμό, τον πιο πρόσφατο εννοώ, με τα γκράφιτι στο Πολυτεχνείο. Αυτό όμως από κάπου ξεκινά; Πού και πότε πρέπει να αντιδράσεις, να πάψεις να κάνεις ότι δεν το βλέπεις, να μην πεις «και τι έγινε»;

Στην απλή επέμβαση με σπρέι στον φρεσκοβαμμένο τοίχο του γείτονα από τον ανόητο οπαδό; (Είπαμε για τον δικό σου γίνεσαι «Τούρκος».) Στο μπογιάντισμα ενός αγάλματος από τον δήθεν αναρχικό; Ή μήπως πιο πριν, στο μουτζούρωμα του θρανίου ή του σχολικού βιβλίου από τον βαριεστημένο μαθητή;

Το άλλο πουλάκι:
Θα σας πω μια ιστορία.

Έμαθα ότι πριν από λίγες μέρες, σε κάποιο σεμινάριο για εκπαιδευτικούς, μία από τις επιμορφούμενες είχε το πλεκτό της στην αίθουσα και έπλεκε σε όλη τη διάρκεια της εισήγησης και της συζήτησης που ακολούθησε.
Σημαντική λεπτομέρεια: το σεμινάριο δεν ήταν υποχρεωτικό, αλλά σε εθελοντική βάση, μάλιστα νομίζω πως είχε γίνει και επιλογή των υποψηφίων να το παρακολουθήσουν.

Το λέω, διότι όταν σε πάνε κάπου με το ζόρι, όταν σε βάζουν να παρακολουθήσεις ένα εισηγητή που σε κουράζει κι ένα θέμα που δεν σ’ ενδιαφέρει καθόλου, μια τέτοια συμπεριφορά (πλέξιμο, λύσιμο σταυρόλεξου, παιχνίδι στο τάμπλετ…) θα μπορούσε ίσως να θεωρηθεί και αντίδραση στην… καταπίεση. Ίσως. Και τότε ίσως να δικαιολογηθεί. Πάλι ίσως.

Όταν όμως πας κάπου με τη θέλησή σου, και δεν σε κρατά κανείς εκεί με το ζόρι, τότε πώς μπορεί να χαρακτηριστεί μια τέτοια συμπεριφορά;
Έθεσα το παραπάνω ερώτημα σε εκπαιδευτικούς και (χωρίς καθόλου να εκπλαγώ) έλαβα από αρκετούς την απάντηση «έλα, μωρέ, και τι έγινε;»
Δεν εξεπλάγην διότι κι άλλη φορά, σε παρόμοια συζήτηση, πήρα την απάντηση «προκειμένου να τον έχω και να κάνει φασαρία, μέσα στην τάξη, καλύτερα να κοιμάται στο θρανίο».

Όπως καταλαβαίνετε το θέμα δεν είναι καθόλου απλό και άπτεται αυτού των ορίων, των κόκκινων γραμμών για τις οποίες μιλήσαμε πριν. Τι είναι αυτό που αρχίζει «να ενοχλεί»; Αν δεν θέσουμε από την αρχή κάποιο όριο (π.χ. στην τάξη δεν κάνουμε τίποτε άλλο εκτός από μάθημα), τότε το πράγμα θα πηγαίνει όλο και λίγο παραπέρα, ώσπου μια μέρα θα… πέσουμε από τα σύννεφα.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Τι είναι η τάξη και το μάθημα;

Να ένα ερώτημα στο οποίο πρέπει να απαντήσουν πρωτίστως όσοι λαμβάνουν μέρος στην εκπαιδευτική διαδικασία.
Για να σας βοηθήσω στην απάντηση, θα θέσω ένα άλλο ερώτημα: Οι γιαγιάδες γιατί δεν παίρνουν και το πλεκτό τους στην εκκλησία; Θα μπορούσαν κάλλιστα, με βάση τη λογική τού ότι «δεν ενοχλούν κανέναν» και το γεγονός ότι έτσι κι αλλιώς δεν καταλαβαίνουν και πολλά από όσα λέγονται εκεί.

Μπορεί να μην καταλαβαίνουν, ξέρουν πολύ καλά όμως ότι ο χώρος είναι ιερός και πως μέσα εκεί συντελείται ένα Μυστήριο ή κάτι καθαγιασμένο. Δεν πάνε για να περάσουν την ώρα τους, ούτε για να παρασιτούν σε μια κοινωνική εκδήλωση. Αν θέλουν να πλέξουν, κάθονται στο σπίτι ή πηγαίνουν για καφέ στη γειτόνισσα.

Ας επανέλθουμε στο ερώτημά μας. Τι είναι, για τους εκπαιδευτικούς, η τάξη και το μάθημα; Το ερώτημα ισχύει ακόμη κι όταν μιλάμε για σεμινάρια, για οποιαδήποτε εκπαιδευτική διαδικασία, σε οποιοδήποτε χώρο.
Αυτό το ερώτημα πρέπει να απαντήσουν και θα καταλάβουν αν «ενοχλεί κανέναν» το πλέξιμο ή το λύσιμο σταυρόλεξου ή η αποστολή μηνυμάτων από το κινητό…

Αν η αίθουσα διδασκαλίας δεν είναι ένας τόπος μαγείας, αλλά απλώς χώρος εργασίας, αν η διδασκαλία δεν είναι μια μυστηριακή πράξη, αλλά μια διεκπεραίωση, αν -για να παραφράσω τον Ντοστογιέφσκι- δεν υπάρχει ιερό και όσιο, ε, τότε όλα επιτρέπονται!

Στο κάτω κάτω… «και τι έγινε;»

Κάτι έγινε!

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2015

150313 ΚΕΝΤΡΙΚΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Η πλατεία ήταν γεμάτη…

Όχι, δεν τραγουδάω. Ούτε μ’ έπιασε κάποιος επαναστατικός οίστρος, με βάση τις πολιτικές εξελίξεις. Πολύ περισσότερο δεν προσπαθώ να αντικαταστήσω τους «αυθόρμητους», οι οποίοι αντικατέστησαν τους «αγανακτισμένους». Δεν ανησυχώ γι αυτούς, ας χάθηκαν από τις πλατείες. Είμαι βέβαιος ότι κάποιοι άλλοι θα βρεθούν να τους αντικαταστήσουν.

Δεν τραγουδάω. Σκέφτομαι και αναπολώ. Έβλεπα προχθές σε κάποια παρουσίαση την πλατεία Συντάγματος με τα τραπεζάκια, τις καρέκλες και τους ξένοιαστους Αθηναίους που απολάμβαναν τον καφέ τους στη λιακάδα… Άλλες εποχές!
Και σκεφτόμουν τη συζήτηση που άνοιξε σχετικά με την «ανάπτυξη» τραπεζοκαθισμάτων στην πλατεία.

Άνοιξε; Όχι ακόμη και δεν ξέρω αν προβλέπεται να ανοίξει, διότι το μόνο ασφαλές συμπέρασμα το οποίο μπορεί να βγάλει κανείς παρακολουθώντας τον δημόσιο διάλογο τα τελευταία χρόνια είναι πως δεν ξέρουμε να συζητάμε.
Το χειρότερο; Δεν θέλουμε να μάθουμε να συζητάμε, δεν θέλουμε να συζητάμε καν, θέλουμε απλώς να επιβάλλουμε τη γνώμη μας με οποιοδήποτε τρόπο και να ριχνόμαστε σε όποιον έχει διαφορετική άποψη.

Εμείς, ωστόσο, θα το επιχειρήσουμε να ανοίξουμε μια κουβέντα ή, για να είμαστε δίκαιοι, να συμβάλουμε στην κουβέντα που προσπάθησαν να ανοίξουν κάποιοι άλλοι:
Πώς θέλουμε την πλατεία της πόλης μας;

Όχι εμείς εδώ, τα τρία πουλάκια κι εσείς που μας ακούτε, αλλά γενικά, οι πολίτες αυτής της πόλης, πώς θα ήθελαν να είναι η πλατεία τους;
Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα είναι αποτέλεσμα μιας έρευνας, όμως πριν από αυτήν, θα πρέπει να δούμε ένα σχέδιο σε γενικές γραμμές.

Ας συμφωνήσουμε για αρχή ότι δεν είμαστε ευχαριστημένοι με την εικόνα που έχει σήμερα η πλατεία. Δεν θέλω να είμαι υπερβολικός, όμως νομίζω πως η συνολική εικόνα της περιοχής, όχι μόνο αυτό που έχει χωροθετηθεί ως «πλατεία», αδικεί πολύ την πόλη μας.

Να το πω απλά. Αν σταθείς στο κέντρο και κοιτάξεις γύρω γύρω, τα κτήρια, τους δρόμους, τη βλάστηση, κυρίως όμως τα κτήρια, πιστεύω πως έχεις την εικόνα της πιο άσχημης πλατείας στη χώρα. Σας το λέω μετά λόγου γνώσεως, έχω επισκεφθεί όλες τις πόλεις της Ελλάδος, τέτοια εικόνα, τέτοιο χάλι δεν υπάρχει πουθενά.

Αυτό μπορείς να πεις πως έχει κι ένα καλό: Ό,τι και να κάνουμε ούτε χειρότερη μπορεί να γίνει, ούτε κινδυνεύουμε να χάσουμε από κανέναν άλλο τα «πρωτεία» στο χάλι.

Το άλλο πουλάκι:
Μη ξεφεύγεις από το θέμα.

Το ερώτημα που τίθεται αυτές τις μέρες είναι αν θα πρέπει να υπάρχουν αναπτυγμένα τραπεζοκαθίσματα στην πλατεία.
Ναι ή όχι;

Εδώ ακριβώς, φίλοι μου, βρίσκεται το λάθος. Διότι όλα τα πράγματα δεν είναι «ναι ή όχι», άσπρο ή μαύρο – μάλλον κανένα δεν είναι.
Το λάθος επίσης είναι ότι καλούμαστε να απαντήσουμε εν θερμώ, με βάση το αίτημα κάποιου καταστήματος να… επεκταθεί και εντός της πλατείας.

Αυτά τα πράγματα συζητιούνται ψύχραιμα και μάλιστα «εκτός τόπου και χρόνου». Δηλαδή συζητιούνται εκ των προτέρων, ώστε οι όροι και οι προϋποθέσεις που θα τεθούν να μην αφορούν κάποιον συγκεκριμένο πολίτη και μπλέξουμε με γνωριμίες, φιλίες, χατίρια, αλλά και έχθρες, επαγγελματικές ή πολιτικές αντιπαλότητες.

Το ερώτημα λοιπόν τίθεται κάπως έτσι: Θα θέλαμε κάποια καταστήματα να μπορούν να αναπτύσσουν τραπεζοκαθίσματα στην πλατεία; Αν ναι, με ποιους όρους;
Όρους αισθητικής, όρους λειτουργικότητας, όρους που έχουν να κάνουν με τον επαγγελματικό ανταγωνισμό, ένα σωρό όρους.
Μπορούμε να τους δούμε; Μπορούμε να συζητήσουμε γι αυτούς χωρίς στερεότυπα και προκαταλήψεις;

Λοιπόν, θα το πω ευθέως. Εμένα προσωπικά δεν θα με ενοχλούσε, δεν θα ήμουν «κάθετα αντίθετος», όπως λένε κάποιοι.

Σας καλώ να σκεφθείτε δύο από τις πιο όμορφες πλατείες της χώρας, εκείνη της Σύρου και εκείνη του Ναυπλίου (εγώ πρόλαβα και τη Φωκίωνος Νέγρη στα μεγαλεία της) και μετά να τις φανταστείτε χωρίς τη δυνατότητα του επισκέπτη να απολαύσει τον καφέ του εκεί. Όχι μόνο του επισκέπτη, αλλά και του κατοίκου της πόλης.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
«Η πλατεία είναι δημόσιος χώρος».

Βεβαίως. Το ίδιο και τα πεζοδρόμια. Το ίδιο και ο κήπος, το πάρκο της Αγίας Βαρβάρας, οι πεζόδρομοι γύρω από τις λιμνούλες και τα ποταμάκια, όλα είναι δημόσιος χώρος.
Ο οποίος δεν είναι κακό κάποτε να «καταλαμβάνεται» κάτω από αυστηρότατους -αυτό το ξαναλέω, αυστηρότατους- όρους, τους οποίους θα έχουμε συμφωνήσει εκ των προτέρων.

Όχι επί τούτου, όχι με βάση το αίτημα κάποιου καταστηματάρχη, διότι ύστερα αρχίζει το ξήλωμα του πουλόβερ και δεν ξέρεις πού θα σταματήσει.
Το «όποιος προλάβε»ι το βλέπουμε πώς λειτουργεί ακόμα και στις «συγκεντρώσεις πολιτών», για τις οποίες αποκλειστικά και μόνο θέλουν ορισμένοι την πλατεία της πόλης. Άντε και για το στήσιμο προεκλογικών κέντρων.
Γιατί όμως ένα κόμμα κι όχι ένα άλλο; Όποιος προλάβει; Λόγω… παραδόσεως; Πώς ξεκίνησε αυτή η παράδοση και γιατί να συνεχίζεται;

Καταλαβαίνετε, φίλοι μου, τι εννοώ.
Θυμηθείτε λίγο τα περίφημα νάιλον τα οποία μας έλεγαν πως αν βγουν τα μαγαζιά θα κλείσουν. Φαντάζεστε να είχαμε συμφωνήσει επακριβώς τους όρους με τους οποίους μια καφετέρια ή μια ταβέρνα θα μπορούσε να βγάζει τα τραπεζάκια της έξω, και να τους τηρούσαμε με ευλάβεια (με τη βοήθεια και αυστηρότατων προστίμων);
Πόσο διαφορετική και πόσο πιο όμορφη θα ήταν σήμερα η πόλη μας.

Όταν όμως πίσω από κάτι τόσο αυτονόητο κρύβονται πολλά συμφέροντα, τότε το πράγμα αλλάζει και καταλήγουμε  στο χάλι που βλέπουμε καθημερινά.
Και ντρεπόμαστε!

«Βγάζω τα τραπεζάκια μου έξω»!

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2015

150312 ΕΞΩΓΗΙΝΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Ακούει κανείς;

Για την ώρα όχι. Ή μήπως ναι; Το θέμα χωράει μεγάλη κουβέντα, η οποία έχει αρχίσει εδώ και χρόνια, φαίνεται όμως πως δεν θα τελειώσει ούτε γρήγορα, ούτε εύκολα.
Ξέρετε πώς είναι όταν συζητούν επιστήμονες μεταξύ τους. Όλο και θα έχετε παρακολουθήσει τίποτε σεισμολόγους, αρχαιολόγους, πιθανόν και οικονομολόγους.

Παρένθεση:
Τώρα, τους οικονομολόγους δεν τους λες και ακριβώς επιστήμονες, αφού οι θεωρίες τους μοιάζουν περισσότερο μεταφυσικές, οι δε προβλέψεις τους είναι το ίδιο ακριβείς με εκείνες των… σεισμολόγων.
Πρέπει πρώτα να γκρεμιστεί το σύμπαν και μετά να σου πουν ότι «πραγματοποιήθηκε σεισμική δόνηση μεγέθους…»
Ας κλείσουμε όμως την παρένθεση και να επιστρέψουμε στο θέμα μας.

Τους αστροφυσικούς, ναι, τους λες επιστήμονες. Σου στέλνει ο άλλος από εδώ διαστημόπλοιο, το οποίο μετά από πολλά χρόνια θα συναντήσει τον τάδε πλανήτη και θα προσεδαφιστεί επάνω του.
Αν κάτι πάει στραβά είναι προγραμματισμένος να μπορεί να διορθώσει την πορεία του, να στρέφεται προς τον ήλιο για να φορτίζονται οι μπαταρίες του και να επικοινωνεί με τη γη στέλνοντας μετρήσεις και εικόνες που λαμβάνει.

Ε, πώς να μην παραδεχτείς ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι στην κορυφή του επιστημονικού κόσμου;
Τέτοιοι, λοιπόν, επιστήμονες διαφωνούν μεταξύ τους  (το λέω παρά πολύ κομψά) για το πώς πρέπει να φερθούμε στους εξωγήινους.
Μη βιάζεστε και μη γελάτε, ακούστε πρώτα πώς έχει το θέμα.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Υπάρχουν εξωγήινοι;
Αν ρωτήσετε πολλούς ανθρώπους θα σας απαντήσουν «βεβαίως» και μάλιστα κάποιοι θα σας βεβαιώσουν πως τους έχουν δει κιόλας.

Υπάρχουν χιλιάδες σάιτ στο διαδίκτυο όπου άνθρωποι που πιστεύουν στην ύπαρξη εξωγήινων ανταλλάσσουν πληροφορίες και εμπειρίες από «στενές επαφές» που είχαν μαζί τους.

Αν ανήκετε σ’ αυτούς, καλύτερα να εγκαταλείψετε αμέσως αυτή την κουβέντα που κάνουμε, γιατί δεν έχουμε καμιά διάθεση να σας πείσουμε περί του αντιθέτου.
Μπορεί οι επιστήμονες να διαφωνούν για το ποια πρέπει να είναι η συμπεριφορά μας απέναντι στους εξωγήινους, όμως κανείς τους δεν συμμερίζεται τις απόψεις εκείνων που τους έχουν δει!

Να το πω όσο πιο απλά γίνεται. Κανείς από τους αστροφυσικούς για τους οποίους σας μιλώ δεν υποστηρίζει ότι κάποιοι εξωγήινοι έχουν έρθει με οποιονδήποτε τρόπο σε επαφή μαζί μας. Μόνο στις ταινίες!

Το άλλο πουλάκι:
Τι λένε οι επιστήμονες;

Αυτοί βασίζονται -για την ώρα- στον νόμο των πιθανοτήτων. Δισεκατομμύρια γαλαξίες, με δισεκατομμύρια άστρα ο καθένας, γύρω από τα οποία περιστρέφονται δισεκατομμύρια πλανήτες.
Πολύ πιθανόν, λοιπόν, σε κάποιον από αυτούς να έχει αναπτυχθεί ζωή. Πώς μπορούμε να είμαστε βέβαιοι; Δεν μπορούμε. Λέμε μόνο «πολύ πιθανόν».

Το ερώτημα πάνω στο οποίο διαφωνούν οι αστροφυσικοί είναι το αν έχει νόημα να προσπαθήσουμε να επικοινωνήσουμε μαζί τους. Εδώ οι απόψεις διίστανται. Κάποιοι λένε ναι και μάλιστα πως πρέπει να βρούμε έναν κατάλληλο τρόπο και κάποιοι άλλοι πως καλύτερα να κάνουμε το κορόιδο. Μήπως όμως βιαστήκαμε να προχωρήσουμε;

Μιλήσαμε για τις πιθανότητες να υπάρχει ζωή σε κάποιον από τα δισεκατομμύρια δισεκατομμυρίων των πλανητών που βρίσκονται στο σύμπαν. Τι πιθανότητες έχουμε η ζωή αυτή να διαθέτει ανεπτυγμένη νοημοσύνη; Τι πιθανότητες να είναι τόσο πιο προηγμένος ο πολιτισμός τους από τον δικό μας που να μπορούν να ταξιδεύουν ή να «μεταφέρονται» στο σύμπαν και να λαμβάνουν μηνύματα από άλλους πολιτισμούς τα οποία να είναι εις θέση να αποκωδικοποιήσουν;
Βλέπετε πως οι πιθανότητες μειώνονται γεωμετρικά!

Ωστόσο, λένε κάποιοι επιστήμονες (γι’ αυτούς μιλάμε πάντα) αξίζει να προσπαθήσουμε. Εξάλλου ο άνθρωπος, είτε το θέλει είτε όχι, εδώ και πολλά χρόνια εκπέμπει στο σύμπαν «μηνύματα» μέσω ραδιοκυμάτων, τα οποία ξεφεύγουν ανεξέλεγκτα και ταξιδεύουν προς το υπερπέραν.
Ε, γιατί να μη γίνει μια πιο συντονισμένη προσπάθεια επικοινωνίας;

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Τι μας διδάσκει η ιστορία;

Μας λέει καλύτερα να καθίσουμε στα αβγά μας. Διότι, κάθε φορά που κάποιος πολιτισμός (προφανώς ανώτερος, τουλάχιστον τεχνολογικά) ανακάλυπτε έναν νέο, ο τελευταίος δεν περνούσε και τόσο καλά.
Σκεφθείτε λίγο πώς συμπεριφέρθηκαν οι Ευρωπαίοι στους κατοίκους των «νέων κόσμων» που ανακάλυψαν.
Τι απέγιναν οι άνθρωποι και τι απέμεινε από τον πολιτισμό τους;

Επειδή το παράδειγμα δεν είναι ένα αλλά πολλά (από τους Ινδιάνους της Αμερικής, Βόρειας και Νότιας, και τους μαύρους της Αφρικής, μέχρι τους ιθαγενείς της Ωκεανίας ή τους Εσκιμώους) καλύτερα να κάνουμε το κορόιδο, λένε όσοι φοβούνται μην έχουμε ανάλογη μοίρα.

Τι τις θέλουμε τις προσκλήσεις και τις προκλήσεις; Αν υπάρχουν κάποιοι εκεί έξω, ας τους αφήσουμε στην ησυχία τους, για να μας αφήσουν κι εκείνοι στη δική μας. Τα «μηνύματα» δημιουργούν υποχρεώσεις, σε καλούν, πρέπει να ανταποδώσεις, κάπως έτσι ξεκινούν τα προβλήματα και δεν μιλάμε για… συμπεθεριό.
Αν υπάρχουν εξωγήινοι κι εμείς δεν έχουμε λάβει κάποιο μήνυμά τους, ίσως αυτό να μην είναι για καλό. Γιατί να τους προκαλέσουμε πρώτοι;

Ας περιμένουμε. «Ας ακούσουμε πρώτα, πριν φωνάξουμε» λένε οι πιο επιφυλακτικοί. Εξάλλου το τι και το πώς θα στείλουμε ως μήνυμα δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα μιας επιπόλαιης απόφασης, αλλά αποτέλεσμα μιας παγκόσμιας έρευνας.
Οπότε, έχουμε μάλλον καιρό μπροστά μας πριν εκπέμψουμε το οριστικό «ακούει κανείς εκεί έξω;»

Και έξω και γήινοι!

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2015

150311 ΑΡΠΑΚΤΙΚΟΝ

Το ένα πουλάκι:
Από πού να αρχίσω;

Ας αρχίσω από τη σκέψη ότι η πολιτεία, δηλαδή η εκάστοτε κυβέρνηση, (στη χώρα μας αυτά τα δύο ταυτίζονται!) πρέπει όχι μόνο να φροντίζει «τεχνικά» ζητήματα και να διαχειρίζεται καταστάσεις, αλλά να λειτουργεί και παιδαγωγικά.
Προφανώς δεν εννοώ να έχει σχολεία, δασκάλους, βιβλία κ.λπ.

Εννοώ κάτι που το έχουμε ξαναπεί πολλές φορές. Να ενθαρρύνει, να ευαισθητοποιεί, να κινητοποιεί τους πολίτες, ώστε να γίνουν καλύτεροι. Καλύτεροι πολίτες και καλύτεροι γενικώς, ας πούμε καλύτεροι άνθρωποι για να συνεννοούμαστε.
Πώς μπορεί να το πετύχει αυτό; Υπάρχει μια μέθοδος που θεωρείται… κλασική: Το καρότο και το καμτσίκι (που το προτιμώ από το… ελληνικό μαστίγιο).

Δηλαδή ένα σύστημα αμοιβών-ποινών, το οποίο περιορίζει και καθοδηγεί τους πολίτες προς την επιθυμητή κατεύθυνση.
Θέλεις, ας πούμε, να κάνεις τους οδηγούς πιο συνεπείς, πιο προσεκτικούς, πιο υπεύθυνους;
Τιμωρείς τους παραβάτες, καλό είναι όμως να βρεις κι ένα σύστημα που θα επιβραβεύει εκείνους, για παράδειγμα, που έχουν βρεθεί σε ένα αριθμό ελέγχων να είναι σωστοί.

Εδώ υπάρχει μια συζήτηση.
Πρώτα πρώτα οι ποινές θα πρέπει να είναι κατά το δυνατόν δίκαιες, κυρίως όμως να ισχύουν για όλους.
Έπειτα, γιατί θα πρέπει, αναρωτιούνται κάποιοι, να επιβραβεύει η πολιτεία εκείνους που κάνουν απλώς το καθήκον τους, πληρώνουν, ας πούμε τους φόρους τους και μάλιστα στην ώρα τους;

Βλέπετε; Δεν είναι απλό το πράγμα. Αφήστε που με τις «ειδικές περιπτώσεις» (όλοι οι Έλληνες αποτελούμε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ξεχωριστή περίπτωση που χρειάζεται ειδική μεταχείριση) το πράγμα γίνεται ακόμη πιο περίπλοκο.

Αν προστατεύεις την κατοικία εκείνου που δεν μπορεί να πληρώσει τις δόσεις τού δανείου, τότε γιατί να μην προστατεύεις από την έξωση και τον άλλον που δεν έχει να πληρώσει το ενοίκιο; Κι έτσι όμως πώς προστατεύεται ο ιδιοκτήτης ή εκείνος που πληρώνει και για όσους αδυνατούν πραγματικά ή απλώς κάνουν ότι αδυνατούν;

Το άλλο πουλάκι:
Υπάρχει κι άλλος τρόπος.

Καλή η μέθοδος «καρότο και καμτσίκι», όμως πολύ αποτελεσματική θεωρείται και εκείνη «διά του παραδείγματος»
Θα πρέπει δηλαδή πριν απ’ όλους η πολιτεία και οι εκπρόσωποί της να δίνουν το παράδειγμα στο πώς περιμένουν να συμπεριφέρονται οι πολίτες.
Εδώ χωράει επίσης μεγάλη συζήτηση για τα διάφορα προνόμια που απολαμβάνουν κρατικοί λειτουργοί, αλλά και για τη «συμπεριφορά» του κράτους απέναντι στους πολίτες. Πόσο συνεπές είναι αυτό στις πληρωμές του, ώστε να απαιτεί συνέπεια πληρωμών από τον απλό πολίτη;

Τώρα θα με ρωτήσετε γιατί σας τα λέω όλα αυτά.
Να, τα σκεφτόμουν με αφορμή τις πρόσφατες «προτάσεις Βαρουφάκη. Θα σας πω συγκεκριμένα που θέλω να εστιάσω. Πρώτα πρώτα άκουσα μια πρόταση που μου φάνηκε ενδιαφέρουσα. Οι αποδείξεις που εκδίδουν οι ταμειακές μηχανές να είναι… ξυστές.

Ναι, μη γελάτε. Φαίνεται πως πάμε, για άλλη μια φορά, να ανακαλύψουμε την Αμερική, όμως ο δρόμος για την Κίνα είναι από αλλού.
Υπάρχει τρόπος να συλληφθεί η φοροδιαφυγή. Ένας κλασικός, αμερικάνικος, είναι να πραγματοποιούνται συναλλαγές μόνο μέσω πλαστικού χρήματος και όλες οι ταμειακές μηχανές να είναι online με το υπουργείο για ελέγχους.

Με το που πληρώνεις ή πληρώνεσαι, γίνεται αμέσως και η παρακράτηση του φόρου που αναλογεί και τα υπόλοιπα μπαίνουν σε έναν λογαριασμό κι όχι στο μπαούλο ή στο στρώμα.
Δεν έχετε δει στις χολιγουντιανές ταινίες που μετρητά διακινούν και συναλλάσσονται μ’ αυτά μόνο οι παράνομοι;

Κοιτάξτε όμως και το «καρότο» που μας έρχεται από την Κίνα!
Οι αποδείξεις που εκδίδουν οι ταμειακές μηχανές μπορούν να έχουν τη μορφή ενός «ξυστού». Κάθε απόδειξη περιέχει έναν σκεπασμένο αριθμό, τον οποίο ξύνοντας αποκαλύπτεις και… κερδίζεις.
Όχι πάντα βέβαια, όμως έτσι έχεις κάθε λόγο να ζητάς απόδειξη, άσε που οι ίδιοι οι καταστηματάρχες εκδίδουν ακόμη και για τους πελάτες που δεν ζητούν. Τις εκδίδουν και τις… ξύνουν μόνοι τους.

Και ένα τρίτο πουλάκι:
Ωραίο και έξυπνο σύστημα.

Το φαντάζεστε σε μια χώρα τζογαδόρων, όπως εμείς; Σίγουρα θα είχε αποτέλεσμα. Εδώ όμως έρχονται όσα λέγαμε στην αρχή για τον παιδαγωγικό ρόλο της πολιτείας.
Η 5η από τις προτάσεις Βαρουφάκη προβλέπει έσοδα από την αδειοδότηση ηλεκτρονικών τυχερών παιχνιδιών.

Το σκεπτικό είναι απλό και απλοϊκό. Τζογάρουν που τζογάρουν όλοι οι Έλληνες, γιατί να μην τους ενθαρρύνουμε κι εμείς, προκειμένου να μαζέψουμε κάποια εκατομμύρια;
Κοιτάξτε τώρα τον αντίλογο, τον οποίο έχουμε χρησιμοποιήσει ως επιχείρημα και άλλες φορές στο παρελθόν: Μια δραστηριότητα την κρίνεις ως καλή ή κακή, χρήσιμη ή άχρηστη, ακίνδυνη ή επικίνδυνη, ανεξάρτητα από το γεγονός αν επιφέρει ή όχι κέρδη. Διαφορετικά υλοποιείς απλώς το «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα».

Γιατί, έτσι; Διότι, αν επεκτείνουμε το σκεπτικό Βαρουφάκη (αλλά και όλων των προηγούμενων κυβερνήσεων που «επενδύουν» στον τζόγο), μπορούμε να πούμε το ίδιο και για άλλες δραστηριότητες που, ούτως ή άλλως, συμβαίνουν στην κοινωνία.
Θα ενθαρρύναμε τους πολίτες να χρησιμοποιούν όχι τα μέσα μαζικής μεταφοράς, αλλά τα αυτοκίνητά τους, επειδή το κράτος εισπράττει φόρους από τη βενζίνη;
Να το τραβήξω κι άλλο;Παίρνουν που παίρνουν ναρκωτικά οι νέοι, εξασκούν που εξασκούν την πορνεία κάποιοι, γιατί να μην το κάνει και το κράτος αφού θα κερδίζει;

Αν σας φαίνεται ακραίο, σκεφθείτε πως εδώ προσπαθούν (υποτίθεται) να απαγορεύσουν το κάπνισμα, επειδή θεωρείται επιβλαβές. Εσείς τι προτιμάτε; Να καπνίζει το παιδί σας ή να το παίζει στον τζόγο;
Μην απαντάτε!

Απ’ όπου τα αρπάξουμε!